Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΤΡΟΠΑΝΟΣ. ΕΜΕΝΑ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΜΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΓΙΟΡΤΗ.

Εμοιαζε να τον προκαλούσε με τα τραγούδια του..

Δεν είναι ότι καλλίτερο να ντύσεις την καλημέρα σου με τραγούδι ή τραγούδια του θανάτου αλλά πρώτον:

Σήμερα εκτίθεται σε λαϊκό προσκύνημα η σωρός του Δημήτρη Μητροπάνου και από το μεσημέρι θα μας εγκαταλείψει οριστικά. Και δεύτερον μετά τα όσα διάβασα για τον μεγάλο βάρδο που συνόδευε μουσικά τα συναισθήματά μας ξεχώρισα αυτό των ΝΕΩΝ που το υπογράφει ένας συνάδελφος εν ονόματι Παύλος Αγιαννίδης. Αναφέρεται στην σχέση που ανέπτυξε ο Μητροπάνος με τον θάνατο και πως κατάφερε τραγουδώντας το αρχαιοελληνικό «επέκεινα» να το κάνει γιορτή γι αυτό και ξεχωρίζει.. (γι αυτό και επανήλθα στο θέμα διαφορετικά έχουν ήδη γραφεί και από μένα αλλα και δικαίως πολλά..) Μπορεί το τραγούδι που ακολουθεί να μην μιλά έντονα για θάνατο  είναι όμως από τ' αγαπημένα μου και θανατερό..

Συγκεκριμένα σημειώνει:

«Αυτό θα γραφτεί στο κεφάλαιο με τα πιο παράξενα και τα πιο γοητευτικά στην Ιστορία του ελληνικού τραγουδιού: πώς ένας ερμηνευτής έκανε τους Ελληνες να χορεύουν, ακόμη και στα ανά την επικράτεια πανηγύρια, με τον Θάνατο και τον Χάρο.

Ο Δημήτρης Μητροπάνος κατάφερε κι αυτό. Να συνδέσει τον νεότερο ελληνισμό με την αρχαιοελληνική αντίληψη απέναντι στο επέκεινα και τον θάνατο.

Οταν τραγούδαγε «Ο Χάρος βγήκε παγανιά» από τον εμβληματικό «Αγιο Φεβρουάριο» των Μούτση - Ελευθερίου, σειόταν ο τόπος κι άρχιζαν οι γύρες στην πίστα. Οχι με λύπη. Σαν να 'τανε γιορτή. Στα χείλη του, που χάραζαν με εντυπωσιακή ορθοφωνία κάθε λέξη (να ένα άλλο μεγάλο ατού του), ο θάνατος ακουγόταν αλλιώς.

Γινόταν πιοτό του έρωτα («ένα ποτήρι θάνατο θα πιω» από τις «Θάλασσες»). Γινόταν παιχνίδι («εγώ σαν αηδονάκι παίζω με τον θάνατο» από το «Σ' αγαπώ σαν αμαρτία» ή «θέλω σήμερα παιχνίδι με τον Χάρο» στο «Πατησίων και παραμυθιού γωνία» από το επίσης εμβληματικό έργο «Στου αιώνα την παράγκα» των Μικρούτσικου - Αλκαίου).

Γινόταν καταλύτης («στον Χάρο τον παράδωσαν κι όλες οι στράτες κλείσανε» από τα «Πικροσάββατα» των Θεοδωράκη - Λ. Παπαδόπουλου) ή σύμβολο («όσοι με τον Χάρο γίναν φίλοι με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη» από το «Πάντα γελαστοί» - αφιέρωμα στον σύγχρονο κύπριο ήρωα Σολωμό Σολωμού). «Ολη η ζωή μου δίχως νόημα, ξαδέλφη του θανάτου», τραγουδούσε (στο «Κλαίει απόψε η γειτονιά») και η λύπη γινόταν όπλο. «Αντροκαλώ σε, Χάρε», προκαλούσε κάποτε με το τραγούδι του Γ. Κατσαρού, ή «Ούτε θάνατο φοβάμαι ούτε τη ζωή» («Οποιος χώρισε» των Γεωργουλά - Θωμαΐδου).

Μετά την περιπέτεια της υγείας του τον αντιμετώπιζε το ίδιο αντρίκεια με την «Εκδρομή» του Γιάννη Μηλιώκα, εκφέροντας τους στίχους - ακούστε το! - δίχως παράπονο (όπως στο επίσης... θανατερό «Παράπονό μου» του Σταύρου Κουγιουμτζή): «Λουλούδια για τον Χάροντα, μπουζούκι και κιθάρα / κι ένα ανοιχτό περίπτερο να πάρουμε τσιγάρα». Γιατί, όπως εξέφερε τολμηρά στο ίδιο τραγούδι, «εμένα ο θάνατος μου φαίνεται γιορτή».
Ακόμη και στο ύστατο έργο του (το «Εδώ είμαστε» με τον Σταμάτη Κραουνάκη), στο «Μοίρασε», μας άφηνε κληρονομιά - ίσως με τη συναίσθηση του τέλους - «εφτά θανάτων ερημιά»...


Δεν υπάρχουν σχόλια: