Γράφει ο Αλέξανδρος Πιστοφίδης
Αγορά από το αρχαιοελληνικό «αγείρω» (Συναθροίζω, Συγκεντρώνω) σημαίνει τόπο συνάντησης προμηθευτών και καταναλωτών, όπου καθορίζονται οι συναλλαγές (τιμές και ποσότητες εμπορευμάτων). Ο τόπος-αγορά, που ξεκίνησε πριν χιλιάδες χρόνια σαν σημείο συνάντησης παραγωγών και αγοραστών ή τελικών καταναλωτών, εξελίχθηκε στην πορεία σε τόπο συνάντησης μεσαζόντων εμπόρων-προμηθευτών και καταναλωτών, αποξενώνοντας τους παραγωγούς από τα προϊόντα της δουλειάς τους αλλά και από τους τελικούς καταναλωτές, που μετατράπηκαν σε πελάτες των μεσαζόντων.
Με λίγα λόγια, η αγορά, από τόπος υποτιθέμενης ελεύθερης συναλλαγής ανάμεσα σε ελεύθερους προμηθευτές-παραγωγούς και ελεύθερους αγοραστές μετατράπηκε σε κέντρο κερδοσκοπίας των μεσαζόντων. Σήμερα μάλιστα, την εποχή του ύστερου καπιταλισμού, η Αγορά μονοπωλήθηκε από λίγες πολυεθνικές εταιρείες, οι οποίες ελέγχουν τις σύγχρονες υπεραγορές-supermarkets (στον τομέα της διατροφής τρεις πολυεθνικές ελέγχουν το 80 % των προϊόντων διεθνώς).
Ετσι, η Αγορά έγινε το σύμβολο του λεγόμενου αγοραίου καπιταλιστικού συστήματος των μονοπωλίων . Δεν είναι τυχαίο, ότι όταν κάποτε ασκήθηκε κριτική στην Μάργκαρετ Θάτσερ για την διάλυση του κοινωνικού κράτους, απάντησε: «Κοινωνία; Ποια είναι αυτή η κυρία; Εγώ τη μόνη που γνωρίζω τη λένε Αγορά». Αυτή η αγορά λοιπόν σήμερα ελέγχεται από συγκεκριμένα κέντρα ολιγοπωλίων και μονοπωλίων.
Οι υπεραγορές (σούπερμαρκετς και εμπορικά κέντρα) είναι οι σύγχρονοι ναοί με τους δικούς τους πιστούς, τους οποίους κρατούν δέσμιους με κάθε λογής τεχνικές και τρικ. Εχοντας αυτή την ισχύ και την επιρροή, εκβιάζουν και εκμεταλλεύονται τους παραγωγούς και τους τελικούς καταναλωτές, αγοράζοντας φθηνά και πουλώντας πανάκριβα.
Αυτήν την εποχή λοιπόν και κάτω απ’ αυτήν την ιδιαίτερη ελληνική συγκυρία, όπου μειώνεται η τιμή της Εργατικής Δύναμης, του μοναδικού δηλαδή αγαθού-εμπορεύματος, που διαθέτει στην αγορά ο εργαζόμενος, ενώ παράλληλα και με την ανοχή του κράτους, αυξάνονται όλα τα άλλα αγαθά-εμπορεύματα, που διαθέτουν στην αγορά τα μονοπώλια, το λεγόμενο κίνημα της πατάτας θα έπρεπε να στηριχτεί από όλες τις κοινωνικές δυνάμεις που αντιτίθενται στο αγοραίο σύστημα.
Θα συμφωνήσω με κάποιους σκεπτικιστές, στο ότι το λεγόμενο κίνημα της πατάτας είναι μόνο ένα μικρό τσίμπημα στα οπίσθια του ελέφαντα που λέγεται αγορά, δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε πως όλα τα μεγάλα βήματα ξεκίνησαν από ένα αρχικό μικρό. Θα συμφωνήσω πως για όσο διάστημα το κίνημα αυτό περιορίζεται σε πατάτες και σε προϊόντα της λαϊκής, δεν θίγει δηλαδή τα σούπερμαρκετ που είναι πελάτες των ΜΜΕ, το κίνημα θα υποστηρίζεται από τα ΜΜΕ.
Δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι σήμερα, την εποχή του διαδικτύου και των κοινωνικών δικτύων, ανοίγονται προοπτικές και δυνατότητες, άγνωστες μέχρι τώρα Δεν είναι πλέον απαραίτητο ο τόπος συνάντησης παραγωγών και καταναλωτών να βρίσκεται σε έναν προκαθορισμένο χώρο. Μπορούν να δικτυωθούν οι παραγωγοί αλλά και οι τελικοί καταναλωτές με τη σειρά τους, αποφασίζοντας κάθε φορά την αγορά, δηλαδή το σημείο συνάντησής τους.
Η πάγια θέση του ΚΚΕ ότι η δουλειά του εμπορίου είναι δουλειά του κράτους, έχει μέσα της μια αντίφαση. Για ποιο κράτος μιλάμε; Γι αυτό που ελέγχεται εκατό τοις εκατό από τις αγορές; Γι αυτό που αποφασίζει με υπουργική απόφαση ότι οι εργαζόμενοι θα πουλάνε το μοναδικό εμπόρευμά τους (εργατική δύναμη) 22 % και 32% φθηνότερα αλλά οι υπεραγορές και οι τράπεζες θα πουλάνε τα προϊόντα και τις υπηρεσίες του σε όποια τιμή θέλουν;
Μια κοινωνία, που υποτάσσει όλες τις κοινωνικές σχέσεις στους νόμους της αγοράς των μεσαζόντων, φέρει μέσα της όλα τα στοιχεία μιας απάνθρωπης και επικίνδυνης ολοκληρωτικής ιδεολογίας αλλοτρίωσης και αποξένωσης παραγωγών και καταναλωτών.
2 σχόλια:
Αγαπητέ Αλέξανδρε καλησπέρα,
Όχι πως σε πλείστα εξ όσων αναφέρεις διαφωνώ, αλλά:
Δεδομένου πως στις λεπτομέρειες και τους αστερίσκους κρύβεται ο διάβολος θα σε παρακαλούσα να μου διευκρινίσεις τα εξής:
Αν πράγματι υπόκεινται σε θανατηφόρο πλήγμα οι μεσάζοντες με την κοινωνική δικτύωση της αγοράς, τότε το όφελος προς τα πού μετακυλύεται; Μήπως προς τα σούπερ μάρκετ που μετά πάθους υπερασπίζονται τα ΜΜΕ;
Αν έτσι έχουν τα πράγματα μήπως οι αλλοδαπές ιδιοκτησίες των υπεραγορών στοχεύουν στα κέρδη τους (των χονδρεμπόρων) και αποφάσισαν την καταστροφή τους για να ξεκινήσουν μετά οι τιμολογιακοί εκβιασμοί προς τους παραγωγούς στην βάση του ή μου δίνεις το προϊόν στην τιμή που θέλω ή δεν θα το δεις ποτέ στα ράφια;
Δεύτερον: Τα αγροτικά προϊόντα είναι πλέον στην συντριπτική τους πλειοψηφία εισαγωγής με τον σπόρο τους να ελέγχεται απολύτως από Ολλανδικά χημικά εργαστήρια. Κατά συνέπεια η τιμή τους προσδιορίζεται από μονοπωλιακούς παράγοντες επί των οποίων η επιρροή της χώρας μας είναι από μηδενική ως ισχαιμική. (λιπάσματα, σπόροι ενέργεια και νερό για την απόκτηση του οποίου απαιτούνται τεράστια έργα υποδομής που έχει πληρώσει ο ελληνικός λαός).. Επ’ αυτών προσθετικά λειτουργεί ο μεσάζοντας και δεν είναι αυτός που θα διαμορφώσει τιμές.. Κοστολογήθηκαν αυτά;
Και τρίτον: Η πώληση προυποθέτει συνεταιρισμούς που τώρα δια νόμου διαλύονται, πού επομένως θα βρουν οι αγρότες αποθηκευτικούς χώρους έτσι ώστε τα προϊόντα όταν δεν έχουν ζήτηση να παραμένουν αναλλοίωτα;
Κατά την ταπεινή μου γνώμη έχει αποφασιστεί η εξολόθρευση των χονδρεμπόρων για να αναλάβουν το έργο τους οι υπεραγορές της αλλοδαπής ιδιοκτησίας.. Πρόκειται ουσιαστικά γι αυτό που κατ’ επανάληψη έχω γράψει. Θα καταστραφεί μαζί με τον λαό και ένα μέρος του παρασιτικού πλουτισμού εν ονόματι μιας αριθμημένης ολιγαρχίας..
Ευγένιος Ανδρικόπουλος
Αγαπητέ Ευγένιε
Έχω κι εγώ τις επιφυλάξεις μου, για αυτό και γράφω για το «λεγόμενο κίνημα της πατάτας». (ο χρόνος θα δείξει). Δεν μιλώ για «θανατηφόρο πλήγμα»της αγοράς αλλά για τσίμπημα στα οπίσθια του Ελέφαντα που λέγεται αγορά. Το «μου δίνεις το προϊόν στην τιμή που θέλω ή δεν θα το δεις ποτέ στα ράφια», ισχύει ήδη εδώ και δεκαετίες και όχι μόνο προς μικροπαραγωγούς αλλά και προς μεγάλες γαλακτοκομικές βιομηχανίες και βιομηχανίες αλλαντικών της επαρχίας.
Προέρχομαι από αγροτική οικογένεια καπνοπαραγωγών και έχω βιώσει, όχι απλώς την εκμετάλλευση των χονδρεμπόρων αλλά και τις εκβιαστικές μεθόδους τους, να ανοίγουν τις προσφορές τους λίγες ημέρες πριν το Πάσχα, όταν όλοι οι αγρότες ήταν καταχρεωμένοι στον μπακάλη και κινδύνευαν να περάσουν το Πάσχα άφραγκοι. Επαιρναν επιλεκτικά τα καπνά λίγων οικογενειών και εξαφανιζόταν, σίγουροι ότι θα έτρεχαν οι αγρότες στους μεσίτες- εκπροσώπους τους και θα εκλιπαρούσαν να τους δώσουν τα καπνά σε εξευτελιστικές τιμές, ίσα –ίσα για να ξεχρεώσουν εν μέρει και να μείνουν μετά το Πάσχα πάλι άφραγκοι και χρεωμένοι με την ελπίδα για μια καλύτερη σοδιά που δεν ερχόταν ποτέ. Με τους πατατοπαραγωγούς του διπλανού χωριού συνέβαινε το άλλο συνταρακτικό. Δεχόταν κάποιο μήνυμα από την Αθήνα ή τη Θες/νίκη για ενδιαφέρον αγοράς. Φόρτωναν τις πατάτες σε ένα ενοικιαζόμενο φορτηγό, κατέβαιναν στην τότε κεντρική αγορά της Αθηνάς που ήταν όλοι οι χονδρέμποροι, κι εκείνοι συνεννοημένοι παζάρευαν τιμές εξευτελιστικές, σίγουροι πως δεν θα γύρναγε ο πατατοπαραγωγός πίσω στο Νευροκόπι με άδεια χέρια, αδυνατώντας να πληρώσει τα μεταφορικά. Αυτό το έχω βιώσει προσωπικά το 1967 συνοδεύοντας έναν θείο μου από το Νευροκόπι που προσπαθούσε να πείσει έναν χονδρέμπορο στην οδό Σωκράτους, πως τα λεφτά δεν έφταναν ούτε για τα μεταφορικά.
Στο δίλημμα λοιπόν ανάμεσα στο καταστροφικό (υπεραγορές) και στο δυσάρεστο(χονδρέμπορους), δίχως δισταγμό, λέω, ούτε με τον έναν ούτε με τον άλλον. Και βέβαια θα συμφωνούσα να είναι το κράτος, αν όχι ρυθμιστής, τουλάχιστον παρεμβαίνων διαμεσολαβητής, κάτι αδιανόητο για το σημερινό καπιταλιστικό κράτος. Μέχρι δε να έρθει το άλλο κράτος το σοσιαλιστικό, θα είμαστε όλοι νεκροί. Μέχρι τότε λοιπόν τι κάνουμε;
Με όλες τις επιφυλάξεις, οποιαδήποτε νέα ιδέα και πρωτοβουλία που αξιοποιεί τις νέες δυνατότητες που μας προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες, στην παράκαμψη των μεσαζόντων, μου είναι ευπρόσδεκτη. Σε τέτοιες πρωτοβουλίες ας μπουν μπροστά εκείνοι που πιστεύουν ότι αποτελούν την πρωτοπορία της εργατικής τάξης, όπως θα ‘λεγε και ο Βλαδίμηρος, ο οποίος έλεγε πως οι μπολσεβίκοι δεν δημιουργούν δικά τους συνδικάτα αλλά αγωνίζονται μέσα από τις τάξεις των αντιδραστικών συνδικάτων προσπαθώντας να τα αλλάξουν.
Αλ. Πιστοφίδης
Δημοσίευση σχολίου