Κατα πως λέμε το τυρί το είδες Έλληνα, την φάκα της ΕΟΚ δεν είδες!!
Καθηγητής Γεωργίας, Π.Θ.
Από την εποχή που επετεύχθη η σιτάρκεια
στην Ελλάδα (1957) και μέχρι την είσοδο της χώρας στην Ε.Ε. καλλιεργούνταν παραδοσιακά περί τα 10 εκατομμύρια στρέμματα σιταριού (8 εκατομμύρια στρέμματα μαλακό σιτάρι για την παραγωγή αλεύρων και 2 εκατομμύρια στρέμματα σκληρό σιτάρι για την παραγωγή σιμιγδαλιού), με συνολική παραγωγή περί τα 2,6 εκατομμύρια τόνους σπόρου που επαρκούσαν για τις εγχώριες ανάγκες διατροφής.
Αυτά τα σε πολλούς βαρετά νούμερα δείχνουν ότι η Ελλάδα μπορεί να
επιτυγχάνει σιτάρκεια με μόνο το 25% της γεωργικής της έκτασης κάτω από σιτηρά!
Επίσης καλλιεργούντο περί τα 4 εκατομμύρια στρέμματα κριθαριού και βρώμης για την παραγωγή περί τους 1,5 εκατομμύρια τόνους κτηνοτροφής που ανέβαζαν σε υψηλά ποσοστά επάρκειας την εγχώρια παραγωγή κρέατος και κυρίως χοιρινού και πουλερικών.
Από την ένταξη της Ελλάδας στην Ε.Ε. δόθηκαν σημαντικές επιδοτήσεις στο σκληρό σιτάρι, έτσι ώστε μέσα σε λίγα χρόνια να στραφεί η χειμερινή καλλιέργεια προς το σκληρό σιτάρι, και μάλιστα μέχρι του βαθμού να έχει σχεδόν εγκαταλειφτεί κάθε άλλη χειμερινή καλλιέργεια τα τελευταία χρόνια χάρη της καλλιέργειας του σκληρού σίτου.
Όπως φαίνεται πλέον καθαρά, η περιβόητη επιδότηση των 35 €/ στρέμμα σκληρού σίτου απετέλεσε επαρκές κίνητρο (στη γλώσσα του λαού «το τυράκι») για την άλωση της Ελληνικής χειμερινής καλλιέργειας.
Τα τελευταία μάλιστα χρόνια με την περαιτέρω αύξηση του κόστους λίπανσης, φυτοπροστασίας και λοιπών εισροών, παρατηρείται η τάση προς την ολοσχερή εγκατάλειψη της χειμερινής καλλιέργειας, ώστε μετά το 2005 η καλλιέργεια σιτηρών να έχει πέσει κάτω και από τα 8,5 εκατομμύρια στρέμματα δηλαδή να σημειώνει πτώση 6 εκατομμυρίων στρεμμάτων συγκριτικά με την 10ετία του 1975 και 2 εκατομμυρίων στρεμμάτων από τη δεκαετία 1995-2005.
Η δραματική αύξηση της καλλιέργειας του σκληρού σίτου σε βάρος του μαλακού σίτου, ο οποίος όμως χαρακτηρίζεται από σημαντικά υψηλότερες στρεμματικές αποδόσεις, είχαν ως αποτέλεσμα την πτώση της συνολικής παραγωγής καρπού κατά 2 εκατομμύρια τόνους (από 4 σε 2 εκατομμύρια τόνους) συγκριτικά με την προ-ένταξης της χώρας στην Ε.Ε. περίοδο.
Λαμβάνοντας υπόψη τις σημερινές τιμές σιτηρών στην παγκόσμια αγορά (περί τα 200 €/t), αυτό σημαίνει ότι οι πολιτικές αυτές επιφέρουν μείωση της ακαθάριστης προσόδου κατά 400,000,000 € ετησίως και του κέρδους παραγωγού κατά 200,000,000 € ετησίως.
Από την άλλη πλευρά οι επιδοτήσεις του σκληρού σίτου που ανέρχονται στα 35 € / στρέμμα x 5 εκατομμύρια στρέμματα σκληρού σίτου = 180 εκατομμύρια € εν πολλοίς εξουδετερώνουν την απώλεια εισοδήματος και διατηρούν την παρούσα χρήση γης.
Όμως με την παρούσα χρήση γης και την εγκατάλειψη της χειμερινής καλλιέργειας στο βωμό του σκληρού σιταριού έχει προ πολλού ανασταλεί η σιτάρκεια της χώρας.
Αυτό είναι πολύ σοβαρό μειονέκτημα που
οδηγεί στις αυξημένες εισαγωγές καρπού και αλεύρων από το εξωτερικό και την εξαγωγή πολύτιμου συναλλάγματος. Έτσι οι ανάγκες σίτισης του πληθυσμού που ανέρχονται περί τα 3 εκατομμύρια τόνους θα απαιτούν εισαγωγές περί τους 1,5 εκατομμύρια τόνους καρπού με αντίστοιχη εξαγωγή συναλλάγματος περί τα 300 εκατομμύρια € ετησίως.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Η δραματική μείωση της παραγωγής κτηνοτροφών οδηγεί στην περαιτέρω συρρίκνωση της κτηνοτροφίας. Αν θεωρήσουμε μόνο τη μείωση της αντίστοιχης κτηνοτροφικής παραγωγής κατά 1,4 εκατομμύρια τόνους αυτό θα ισοδυναμούσε με επιπλέον 280 εκατομμύρια € σε συνάλλαγμα ανεβάζοντας το συνολικό διαφυγόν συνάλλαγμα στα 580 εκατομμύρια €.
Όμως η αλήθεια είναι πολύ πιο πικρή: η
μείωση των κτηνοτροφών επιφέρει μείωση της παραγωγής κτηνοτροφικών προϊόντων ανεβάζοντας στα ύψη το έλλειμμα της ζωικής παραγωγής.
Εφαρμόζοντας τους γενικά αποδεκτούς δείκτες ζωικής/φυτικής παραγωγής, υπολογίζεται ότι μείωση των κτηνοτροφών κατά 1,400,000 τόνους σε σπόρο προκαλεί μείωση της ζωικής παραγωγής κατά 200.000 τόνους κρέατος και του ελλείμματος ζωικής παραγωγής άνω των 1,2 δισεκατομμυρίων €.
Έτσι η επιδότηση των 35 € στο σκληρό στάρι τις τελευταίες δεκαετίες απετέλεσαν το τυράκι για τη συρρίκνωση της εγχώριας ζωικής παραγωγής και της εξάρτισης από τους βόρειους κρεατο- και γαλακτο-παραγωγούς φίλους μας, αυξάνοντας τις συναλλαγματικές μας διαρροές στο υπέρογκο ποσό του 1,5 δισεκατομμυρίων € ετησίως.
Με μια φράση, με τις επιδοτήσεις εισρέουν 35 € ανά στρέμμα σκληρού σίτου αλλά εκρέουν δεκαπλάσια ποσά ανά στρέμμα! Και μάλιστα από μια εν πολλοίς εκμαυλισμένη παραγωγικά κοινωνία που αφέθηκε στην τεμπελιά και την απραξία, μιας και οι επιδοτήσεις μεταβλήθηκαν σε στρεμματικές και ανεξάρτητες των αποδόσεων, επιβράβευση της απραξίας και της εγκατάλειψης!
Και επειδή τίποτα δεν είναι τυχαίο, για άλλη μια φορά αποδεικνύεται αληθινή η φράση του Παπανδρέου πως λεφτά στην Ελλάδα υπάρχουν.
Μόνο που τα λεφτά θα τα παίρνουν οι δυνατοί βόρειοι φίλοι στην Ε.Ε. με την μεγάλη τους πείρα στο να εκμαυλίζουν μικρότερα κράτη και τις κυβερνήσεις τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου