Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

ΑΠΟ ΤΗ ΦΑΤΝΗ ΤΗΣ ΒΗΘΛΕΕΜ ΣΤΗΝ ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΓΟΛΓΟΘΑ

pikrosΑΠΟ ΤΗ ΦΑΤΝΗ ΤΗΣ ΒΗΘΛΕΕΜ ΣΤΗΝ ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΤΟΥ ΓΟΛΓΟΘΑ


Του Πέτρου Πικρού //

Ένα εδάφιο στις Γραφές (Ιώβ 13,7) λέει:

«Ο Θεός δεν έχει ανάγκη από τα ψέματά μας».


Αυτό και μόνο δείχνει: α) Πως κι ίσαμε την εποχή εκείνη πολλά ήταν τα ψέματα που έμπαιναν στα Ιερά Βιβλία. Έτσι που ως κι ο Ιώβ ακόμη έχασε τη γαϊδουρινή του υπομονή και το φώναξε κατάμουτρα σ’΄αυτούς που τα φαμπρίκαραν ή τα εκμεταλλευόντουσαν. Β) Πως όσο λίγο κι αν μπορούσε ο μακαρίτης να προβλέψει το «μέλλον της τύχης», δε θα του ήταν διόλου δύσκολο να συμπεράνει ότι αυτό που έγινε ως τον καιρό του, θα εξακολουθούσε να γίνεται κι αργότερα.

Προφανέστατα φανταστικό και παραμυθένιο το ίδιο το πρόσωπο του Ιώβ, δεν ήταν δυνατόν να διακρίνει, φαίνεται – κι ούτε ο απλοϊκός άγνωστος που έγραφε με το ψευδώνυμο αυτό – πως ο Θεός στην υπηρεσία της κυρίαρχης τάξης είχε και παρείχε  ανάγκη από ψέματα για τη σκοπιμότητα της πολιτικής του. Και πως στο βάθος πολιτευόταν κι ο ίδιος – ο Ιώβ δηλαδή – ή πιο συγκεκριμένα αντιπολιτευότανε, όταν ξεσκέπαζε την κατάσταση.
Να μην αργοπορούμε, η αρνητική αυτή προφητεία πραγματοποιήθηκε περισσότερο από κάθε άλλη στο χριστιανισμό. Ανάγκη από ψέματα είχαν κι εξακολουθούσαν νάχουν οι καταπιεστές ως τα σήμερα.

Για να τα μάζευε κανείς και να τα εξηγούσε όλα, θα χρειαζόταν ολόκληροι τόμοι. Όμως με την τωρινή ευκαιρία της γιορτής του Πάσχα, που πέφτει στις μέρες αυτές, δε θα ήταν ανώφελο να σταχυολογήσουμε μερικά – τα χοντρά χοντρά – μ’ όλο που αυτό θα κακοκάρδιζε πολλούς, ποτ – με το δίκιο τους – έχουν ακόμη την αντίληψη πως ο Θεός έχει ανάγκη από τα ψέματά τους.
***

Είναι γνωστό πως ιστορικοί και φιλόσοφοι αμφισβήτησαν ανοιχτά ότι υπήρξε κάποτε πραγματικά το πρόσωπο του Ιησού. Η αμφισβήτηση αυτή βασίστηκε σε πολλούς λόγους και στον απλούστερο απ’ όλους: ότι δηλαδή κανείς ιστορικός της εποχής εκείνης δεν αναφέρει τίποτα για το πρόσωπο του Ιησού. Τα εβραϊκά Ταλμούθ μνημονεύουν κάπου κάποιον Γιοσουά μπεν Περαϊγιάχ, που ξέφυγε από τις διώξεις του Εβραίου βασιλιά Ιαννέου. Όμως αυτό στάθηκε παραπάνω από εκατό χρόνια πρωτύτερα απ’ τις χρονολογίες που δίνουν τα Ευαγγέλια – αντιφατικές κι αυτές αναμεταξύ τους – και που δε συμφωνούν διόλου με τη χρονολογία των περιστατικών όπου συμπέφτουν. Εξάλλου η περίφημη περικοπή του Ιώσηπου – ιστορικού της εποχής εκείνης – αποδείχτηκε χοντροειδέστατη, κίβδηλη και σερβιρισμένη πολύ αργότερα από καλόγερους ανάμεσα στο αυθεντικό κείμενο.
Όλα αυτά βέβαια θα απαιτούσαν μια πολύ πιο εξονυχιστική εργασία και που θα ξεπερνούσε τα στενά όρια της σύντομης μελέτης.

Αλλά αν αυτή η ύπαρξη του Ιησού αμφισβητήθηκε και παραμένει ακόμη αμφισβητήσιμη, παράλληλα έχουν πια αποδειχτεί ολοκάθαρα το πώς πολιτιγραφήθηκαν μέσα στα κείμενα των Ευαγγελίων ορισμένα κι απ’ τα πιο εντυπωσιακά περιστατικά. Από τη Βηθλεέμ ως το Γολγοθά, αποό τη φάτνη ως το σταυρό, κομπολόι ολόκληρο κι ατελείωτο αποτελούν τα μυθεύματα, οι ανακρίβειες και τα φτιαστά «δοκουμέντα».

Και πριν απ’ όλα, όσον αφορά την αφύσικη και αντιφυσική γέννηση του Ιησού: Γεννήθηκε από μια παρθένα, γιατί ο φερόμενος ως Ησαΐας προφητεύει: « ιδού η παρθένος εν γαστρί έξει και τέξεται υιόν…». Το ότι ένας από τους πολλούς που κάλυψαν τα γραφόμενά τους με ομαδική υπογραφή Ησαΐας προαναγγέλλει τον ερχομό ενός «Μεσσία» (Ηγέτη) αυτό είναι φυσικό σε μιαν εποχή όπου ο μεσσιανισμός αντανακλούσε τους βαθύτερους πόθους, τόσο για ιστορικούς γενικά, όσο για κοινωνικούς ιδιαίτερα λόγους.

Δεν πρόκειται να μας αργοπορήσουν εδώ. Από το σημείο όμως αυτό ως το σημείο να προφητεύσουν τόσο αφύσικα και αντιφυσικά πράματα – πρέπει να το ομολογήσουμε – όλοι μαζί οι Ησαΐες και ο καθένας τους ξέχωρα είναι αθώοι και αμέτοχοι σε τέτοιους εξωφρενισμούς. Στο εβραϊκό κείμενο ο «Ησαΐας» λέει: «Να μια γυναίκα που θα γκαστρωθεί και θα γεννήσει ένα γιό…». Αυτό είναι όλο. Όταν μεταφράσανε τη βίβλο οι «Εβδομήκοντα» στην Αλεξάντρεια για τους Ελλληνίζοντες Εβραίους, κάπου 150 χρόνια π.Χ., άλλο τόσο δεν ήταν δυνατό να φαντασθούν πως θα εκμεταλλευότανε αργότερα  ο Χριστιανισμός την καλοσυνείδητη κατά τ’ άλλα μετάφρασή τους. Μεταφράσανε το εβραϊκό γυναίκα ή κόρη (είναι συνώνυμα στα εβραϊκά) με το ελληνικό παρθένος. Απ’ αυτό έγινε το θαύμα για την Άσπιλη Σύλληψη. Ακόμη η παράφραση αυτή έφερε σε φοβερό αδιέξοδο τους χριστιανούς αγιογράφους. Ο Μεσσίας σα νόμιμος αρχηγός του Ισραήλ έπρεπε να κατεβαίνει κατευθεία γραμμή από το Δαυΐδ. Αυτό πρώτα κι αρχή προσπάθησε να αποδείξει ο «Ματθαίος» κι ο «Λουκάς», μ’ όλο που πέφτουν σε χειροπιαστές αντιφάσεις αναμεταξύ τους, γιατί ίσα ίσα η περικοπή εκείνη αποτελεί μέρος του αρχαιότερου κειμένου και δεν είχε ακόμη αντιγράψει ο ένας τον άλλο τους, όπως στις μεταγενέστερες παρεμβολές. Μπαίνει όμως έπειτα απ’ όλα αυτά στη μέση η «παρθένος» κι οι «Εβδομήκοντα» και φυσικά κινδυνεύει η απόδειξη της καταγωγής απ’ το Δαυίδ. Σ’ αυτό επάνω μπλέκεται ακόμη περισσότερο ο κόμπος. Ο «Υιός του Ανθρώπου», όπως αυτονομάζεται στα πρωταρχικά κείμενα ο Ιησούς, γίνεται «Υιός του Θεού», όχι πια με τη γενικότερη σημασία, που θα σήμαινε «άνθρωπος», όπως σε όλες τις φεουδαρχικές κοινωνίες, αλλά με τη στενή, με την κατά γράμμα έννοια.

Κι επειδή πέφτει από το ένα αδιέξοδο στο άλλο ο Χριστιανισμός, έτσι θάρθει κάποτε σε αντίφαση όχι πια μόνο με τους στοιχειώδεις νόμους της Φύσης, αλλά με τις στοιχειώδεις έννοιες της απλούστερης λογικής. Έτσι θα προκύψει το Τρισυπόστατο, το Ομοούσιο κλπ.
***
Άλλο αθώο σφάλμα του «Ησαΐα» είναι όταν μιλεί στα εβραϊκά για έναν «ναζέρ», που θα πει: γιος. Λέει: «Ο γιος της γυναίκας» Εξάλλου στο βιβλίο των «Κριτών» (13,7) γίνεται λόγος για το Σαμψών, ως Ναζίρ, δηλαδή που πήρε το χρίσμα. Τον τίτλο αυτό τον έφεραν τόσο οι βασιλιάδες όσο κι οι αρχηγοί.

Απ’ αυτά τα δυο κατά παρετυμολογία (όπως το voup de pied – κουτουπιά, en arriere αλαργέ, deux sous piece – δυο σουπιές, μια σουπιά κτλ) θα ξεπροβάλλει ο νεολογισμός Ναζωραίος. Κι επειδή για να είναι κανείς Ναζωραίος, πρέπει να υπάρχει φυσικά και Ναζαρέτ, όπως το θέλει ο «Ματθαίος» (5-2) θα χτιστεί αργότερα απ’ τους χριστιανούς κάποια κωμόπολη μ’ αυτό το όνομα το όλως διόλου άγνωστο ως την εποχή του Ιησού. Όταν κάποτε θα γίνει εξόφθαλμη η παρανόηση, τότε πολιτογραφείται πια και το Χριστός, δίχως όμως να αναθεωρηθεί το Ναζωραίος.
Ακόμη ο Ιησούς πρέπει να έχει γεννηθεί στη Βηθλεέμ μόνο και μόνο γιατί ο Μιχίας (5,2) λέει:
Και συ, Βηθλεέμ, γη Ιούδα
Ουδαμώς ελαχίστη εν τοις Ηγεμόσιν Ιούδα,
Εκ σου γαρ εξελεύσατε ηγούμενους,
Όστις ποιμανεί τον λαόν μου τον Ισραήλ
Κι επειδή οπωσδήποτε είναι δύσκολο να αποδειχτεί αυτό, οι ευαγγελιστές καταγεύγουν σαν σε από μηχανής Θεό στο περιστατικό της «απογραφής», εντυπωσιακό αυτό καθ’ εαυτό για το λαό το φορολογούμενο. Μόνο που κατά κακή τους τύχη έλαχε να μη γίνει απογραφή σ’ εκείνα τα χρόνια, παρά αρκετά πιθο πριν ή αρκετά πιο ύστερα. Πάλι ο Ηρώδης θα μπει στα αίματα και θα κάμει φανταστικές σφαγές παιδιών, μόνο και μόνο για να βγει σωστή η αντιδυναστική κραυγή του Ησαΐα:
Φωνή εν Ραμά ηκούσθη
Κλαυθμός και οδυρμός πολύς
Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής…
Και το βρέφος θα πρέεπι να πάει ως την Αίγυπτο για να ξαναγυρίσει, γιατί ο Ωσίας λέει:
Κάλεσα το γιο μου έξω από την Αίγυπτο

Ας κάνουμε όμως το μεγάλο άλμα για να φτάσουμε στα Πάθη. Αυτά έπρεπε να είχαν γίνει έτσι κι όχι αλλιώς, μόνο και μόνο για να στηριχθούν στις προγενέστερες προφητείες, μια και λείπει πέρα ως πέρα κι η παραμικρότερη άλλη απόδειξη σε ένα οποιοδήποτε ιστορικό ντοκουμέντο. Έτσι λ.χ. στον «Ησαΐα» (50-60) «ο Δίκαιος καμτσικώνεται και τον φτύνουν κατάμουτρα». Παρακάτω (50-3) «υποφέρει και πάσχει για να εξαγοράσει τις ανομίες του Ισραήλ». Στους ψαλμούς (στον 22ο) ο Δίκαιος κατατρεγμένος λέει πως οι κάθε εχθροί του έβαλαν τα ρούχα του σε κλήρο.
Επίσης όμως ο Δίκαιος λέει ότι του τρύπησαν τα χέρια και τα πόδια, ότι δηλαδή τον σταύρωσαν. Και να η ούγια του σταυρικού θανάτου. Έτσι διαμορφωνότανε στη φαντασία του λαού ο αναμενόμενος Μεσσίας. Και μόνο έτσι επαληθευόταν οι προφητείες εκ των υστέρων.


Ακόμη διάφορα πραγματικά γεγονότα παραμορφώθηκαν έτσι που να ξεπέσουν στο θρύλο. Λόγου χάρη ο Φίλων αναφέρει ότι ο όχλος της Αλεξάντρειας για να εξευτελίσει έναν Εβραίο ηγεμονίσκο, τον Αγρίππα τον διακωμώδησε και τον έκανε, σα να λέμε, ένα είδος βασιλέα Οπερέτας. Του φόρεσε ένα κόκκινο καναβάτσο αντίς χλαμύδα, τον στεφάνωσε μ’ αγκάθια και για σκήπτρο του έδωσε ένα καλάμι στα χέρια που του τα είχαν δέσει. Τον είχαν καθίσει ανάποδα σ’ ένα γάιδαρο και τον γιουχάιζαν.


Εξαιρώντας την τελευταία λεπτομέρεια ή… μετατιθεμένου του γαϊδάρου στη θριαμβευτική είσοδο της Ιερουσαλήμ (των Βαΐων) όλες οι λεπτομέρειες περνούν στις σκηνές του Θείου Πάθους. Ακόμη, μ’ έναν σμπάρο δυο τρυγόνια. Οι ληστές στον καιρό εκείνο, όπως ο Στένκα Ράζιν στη Ρωσία, ήσαν αγαπητοί στο λαό. Ο Ιησούς σταυρώνεται ανάμεσα σε δύο απ’ αυτούς. Τον έναν τον λέγανε Βαραββάς. Κι ίσα ίσα αναφέρει ο Φίλων, ότι τον Αγρίππα, όταν τον διακωμωδούσε ο όχλος, τον αποκαλούσε Καραμπά. Προφανέστατα γινότανε μια κακή προφορά του Μπαρ-Αμπάς (Βαραββάς), που σημαίνει «ο γιός του πατέρα» και που σαν παρατσούκλι τόδιναν οι ξένοι στους Εβραίους, γιατί αυτοκαλούντανε έτσι μόνοι τους.


Μένει ακόμη εκείνο που παραξενεύει πιο πολύ απ’ όλα. Η εκ νεκρών ανάσταση. Ο χριστιανισμός παραδέχεται δύο τέτοια αφύσικα θαύματα. Το ένα αφορά το Λάζαρο. Μα πάλι το καθένα από τα τρία συνοπτικά ευαγγέλια (Μάρκου, Ματθαίου, Λουκά) δεν κάνει τον παραμικρό υπαινιγμό σ’ αυτό. Μόνο ο «Ιωάννης», που κρατεί εντελώς δική του και πολλές φορές αντιφατική γραμμή ως προς στ’ άλλα, αναφέρει με λεπτομέρειες το περιστατικό. Μα αν συνέβαινε ένα τέτοιο πράμα, πώς ήταν δυνατόν να μην κάνει εντύπωση στους άλλους τρεις;
Τέλςο η Ανάσταση του ίδιου του Ιησού σημειώνει ασυμβίβαστες διαφορές στα τρία Συνοπτικά. Και λυπούμαι αλήθεια, γιατί δεν με παίρνει ο χώρος, να ανατρέξω στα κείμενα. Μα είναι εύκολο στον καθένα να τα δει. Ο ίδιος ο Αββάς Λουαζύ, χριστιανός και παπάς και ιδρυτής της «Φιλελεύθερης Εγγύησης» μιλεί καθαρά για… ταχυδακτυλουργικές προσθήκες κατοπινές (Loisy-Quelques Lettres, σελίς 190 και σελίς 226). Και φυσικά ο θρύλος της Ανάστασης δεν εμφανίζεται παρά μόνο ως δικαιολογητικό της Δευτέρας Παρουσίας, όταν πια ο Χριστιανισμός άρχιζε να χάνει το επαναστατικό του περιεχόμενο.


Ο Χριστιανισμός στις αρχές του κήρυξε λυσσώδη πόλεμο κατά του «Νόμου» – όπως αποκαλούσαν τις γραφές και γενικά τον Ιουδαϊσμό. Ακριβώς γιατί ο νόμος ήταν θρησκεία, μα και γιατί εμπόδιζε τον πρώτο χριστιανικό διεθνισμό. Ο Παύλος στάθηκε η πιο αδυσώπητη άρνηση του «Νόμου». Κατάργησε και το τυπικό και το δογματικό της Παλαιάς Διαθήκης. Όταν όμως ο Χριστιανισμός άρχισε να χάνει το επαναστατικό του περιεχόμενο, τότες είχε πια να διαλέξει ανάμεσα σε δύο δρόμους. Ή έπρεπε να κηρύξει ανοιχτά τη χρεοκοπία του ή έπρεπε να στηριχτεί στη Βίβλο που πολέμησε. Εγινε το δεύτερο. Έβαλαν στο στόμα του Ιησού ότι: Δεν ήλθε να καταλύσει το Νόμο, αλλά να τον συμπληρώσει. Και μαζί με αυτό άρχισε σιγά σιγά να εισχωρεί στο Χριστιανισμό και το ιουδαΐκό τυπικό. Έτσι καθιερώθηκε αιώνες έπειτα η γιορτή του Πάσχα, που καταπολεμήθηκε ίσα ίσα στις αρχές ως αντιχριστιανικό έθιμο των εβραϊζόντων.


Η γιορτή λοιπόν αυτή δεν ήταν χριστιανική. Και να πώς πέρασε από το «Νόμο» στο Χριστιανισμό. Στην πατριαρχική του περίοδο, όταν απαρτιζότανε από νομαδικές φυλές το Ισραήλ και δεν είχε ακόμη οργανωθεί σε κράτος, είχε τρεις γιορτές με κοινωνικό περιεχόμενο, που τις είχε κληρονομήσει από τους Χαναναίους στον καιρό που οι Εβραίοι ήταν ακόμη ειδωλολάτρες. Οι σημαντικές αυτές γιορτές ήσαν: α) Τα Μαζζώθ (άζυμα) β) Τα Σαββουώθ (εβδομάδα της Πεντηκοστής – άλλη μη χριστιανική γιορτή) και γ) Τα Σακκουώθ (οι Σκηνές). Την πρώτη τη γιόρταζαν κατά την εποχή της συγκομιδής του κριθαριού, που έρχεται πριν από το θέρο. Και τότες ο λαός έτρωγε κριθαρόψωμο. Τη δεύτερη πενήντα μέρες αργότερα για τη συγκομιδή του σίτου. Την Τρίτη στην εποχή του τρύγου. Ήταν κι οι τρεις γεωργικές γιορτές. Τα πρώτα και πιο εκλεκτά γεννήματα τα πρόσφεραν στον Ιάχβε. Πριν όμως οι νομαδικές εκείνες φυλές γνωρίσουν τη γεωργία, είχαν μια πανάρχαια δική τους γιορτή, ποιμενική όμως τότε.


Τότες οι τσομπάνηδες πρόσφεραν το αίμα και το λίπος από τα σφαχτά και τα πρώτα νεογνά. Έτρωγαν οι ίδιοι το κρέας, πριν αναμερίσουν για τα βουνά. Όταν η γιορτή αυτή μεταφέρθηκε έπειτα στο οργανωμένο κράτος, συσχετίστηκε με το θρύλο από την έξοδο της Αιγύπτου.
Τότες πήρε την ονομασία Πάσχα ή Πέσαχ, που θα πει Πέρασμα – το πέρασμα του Ισραήλ από την Αίγυπτο στην Παλαιστίνη – (Πάσχα σημαίνει πηδώ, περνώ, τρέχω) Της δόθηκε η πιο επίσημη σημασία. Τη γιόρταζαν στη 14η μέρα του πρώτου φεγγαριού της χρονιάς, που άρχιζε απ’ την άνοιξη. Αυτό είναι το μεγάλο Πάσχα, γιατί υπήρχε και το Μικρό, δυο βδομάδες αργότερα για να γιορτάσουν οι άρρωστοι και οι στρατοκόποι. Τέτοια σημασία της έδιναν, ώστε ο νόμος αναγράφει τις λεπτομέρειες (Κεφ. 16 εδ. 1-3).


«…Φυλάξαι τον μήνα των νέων και ποιήσαι το Πάσχα κυρίω τω Θεώ σου ότι εν τω μηνί των νέων εξήλθες εξ Αιγύπτου νυκτός. Και θύσας το Πάσχα Κυρίω τω Θεώ σου, πρόβατα και βόας εν τω τόπω ον αν εκλέξητα Κύριος ο Θεός σου, αυτόν επικληθήναι το όνομα αυτού εκεί. Επτά ημέρας ου φάγη επ’ αυτού ζύμην.
Επτά ημέρας φάγη επ’ αυτού άζυμα, άρτον κακώσεως, ότι εν σπουδή εξήλθητε εξ Αιγύπτου, ίνα μνησθήτε την ημέραν της εξοδίας υμών εκ γης Αιγύπτου πάσας τας ημέρας της ζωής υμών».
Εξακολουθούν διάφορες λεπτομέρειες και επαναλήψεις με επιτακτικήν επισφράγιση.
«…και ευφρανθήσει εναντίον του Θεού σου και ο υιός σου και η θυγατήρ σου, ο παις σου και η παιδίσκη σου και ο Λευΐτης ο προσύλητος και ο ορφανός και η χήρα η ούσα εν υμίν… Και μνήσθητι ότι οικέτης εγένου εν γη Αιγύπτου και φυλάξει και ποιήσεις τας εντολάς αυτάς».

Το πέρασμα του Πάσχα στο Χριστιανισμό έγινε με μιαν ολόκληρη σειρά διαμάχες και σχίσματα. Ο ίδιος ο θρύλος για την ανάσταση του Ιησού δεν επιβλήθηκε παρά μόνο με τη χρεοκοπία των χριστιανικών κοινοτήτων κι έπειτα από διενέξεις κι από αντιγνωμίες Όμως εκείνο που βρήκε τη μεγαλύτερη αντίσταση ήταν η γιορτή του Πάσχα. Ο εορτασμός του Πάσχα των χριστιανών είχε στη γέννησή του τη σημαντική σημασία της στροφής προς τον Ιουδαϊσμό. Έδειχνε καθαρά πως δε μπορούσε να στηρηχθεί η «Πίστη» δίχως το «Νόμο». Ακόμη επειδή δεν είχε επιβληθεί ο θρύλος για την ανάσταση του Ιησού, το Πάσχα πήρε την έννοια της ανάμνησης του Μυστικού Δείπνου, που με το συνωμοτικό του χαρακτήρα είχε αφήσει ζωντανές ακόμη επιβιώσεις.

Ο Βίκτωρ Επίσκοπος Ρώμης έπεισε πρώτος τους Χριστιανούς της Δύσης να γιορτάσουν το Πάσχα για την Ανάσταση του Ιησού. Μα οι κοινότητες της Ανατολής με επικεφαλής τον πολύκαρπο Επίσκοπο Εφέσου ξεσηκώθηκαν, απείλησαν σχίσμα κι εξακολουθούσαν α γιορτάζουν το Πάσχα με το Μωσαϊκό γεύμα και με άζυμα. Έπρεπε να επέμβει αργότερα ο Ειρηναίος επίσκοπος Λουγδούνου για να συμβιβάσει τα πράγματα συγχύζοντας και τις δύο απόψεις: το Μωσαϊκό γεύμα με τα’ άζυμα και την ανάμνηση για την Ανάσταση. Το Πάσχα έπρεπε να συμπέφτει με το Πέσαχ των Εβραίων. Όμως η Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας χώρισε τις δύο γιορτές. Με τη μεταρρύθμιση του Γρηγοριανού ημερολογίου χωρίστηκε ακόμη η γιορτή έτσι που να μην συμπέφτει το Πάσχα των Δυτικών μ’ εκείνο που γιόρταζαν οι Ανατολίτες. Τέλος τώρα τελευταία – πριν από τέσσερα χρόνια – ο Επίσκοπος του Καντέρμπερι επιδιώκοντας την πραγματοποίηση της αντεπαναστατικής Λευκής Διεθνούς υπό την ηγεμονία της Αγγλίας υπέβαλε στην ΚΤΕ μια πρόταση να συμπέφτει την ίδια μέρα το Πάσχα όλων των Χριστιανών. Οι ορθόδοξοι υποστηρίζουν αυτήν την άποψη. Όμως το Βατικανό, που θέλει να επιβάλει τη δική του ηγεμονία, επιμένει να διατηρήσει τη γιορτή του Πάσχα, όπως την καθορίζουν τα δικά του «πασχάλια».

Αυτά στις πολύ γενικές γραμμές

(Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πρωτοπόροι» 4/1931)

Δεν υπάρχουν σχόλια: