Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2017

ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΜΑΣΑΖ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΛΕΗΛΑΣΙΑΣ ΣΤΙΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ

 ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΟ ΜΑΣΑΖ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΔΟΧΗ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΛΕΗΛΑΣΙΑΣ ΣΤΙΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ



Στον Καιάδα οι απόμαχοι στη καπιταλιστική κρεατομηχανή οι νέοι.. Όλα για τα πλούτη των κοινωνικων παρασίτων της άρχουσας τάξης..


Από τις πρώτες ώρες των διαπραγματεύσεων με τους επικεφαλής του κουαρτέτου, το μήνυμα προς την ελληνική κυβέρνηση ήταν σαφέστατο: για να ολοκληρωθεί η διαπραγμάτευση και να «ξεκλειδώσει» η ένταξη των ελληνικών ομολόγων στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η Αθήνα θα πρέπει να πιει το πικρό ποτήρι της μείωσης των συντάξεων. 


Και μάλιστα όχι αργότερα (δηλαδή μετά το 2019) ούτε σε πολλές ετήσιες δόσεις, όπως θα ήθελε η ελληνική πλευρά, αλλά τώρα και, στην καλύτερη περίπτωση για τους συνταξιούχους, από το 2019.

Ο πήχης προσδιορίστηκε στο 1% του ΑΕΠ, που σημαίνει ότι θα πρέπει να εξοικονομηθούν 1,8 δισ. ευρώ «καθαρά» από τη μείωση των συντάξεων. Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση θα επιδιώξει μέσα στα επόμενα 24ωρα και να περιορίσει τον «λογαριασμό» για τους συνταξιούχους αλλά και να... απαλύνει τον πόνο τους μέσα από τα «αντίμετρα». 


Σε κάθε περίπτωση το βάρος θα πέσει και στο... μασάζ της κοινής γνώμης, καθώς μια από τις βασικές κυβερνητικές δεσμεύσεις για προστασία των κύριων συντάξεων, εκτός συνταρακτικού απροόπτου, δεν θα σταθεί εφικτό να τηρηθεί.

Από τη στιγμή που στο Eurogroup του Ιανουαρίου η κυβέρνηση έκανε τη μεγάλη υποχώρηση και αποδέχτηκε τη μείωση των συντάξεων, το ενδιαφέρον πλέον εστιάζεται στην έκταση που θα λάβει η «μεταρρύθμιση» του ασφαλιστικού, αλλά και στο ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό. 


Η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα κατέβηκε στην «αρένα» του Χίλτον θέλοντας αφενός να σπρώξει τις περικοπές μέχρι και το 2025 και αφετέρου να προστατέψει το εισόδημα των χαμηλοσυνταξιούχων. Αν κρίνει όμως κανείς από την αντίδραση των κυβερνητικών στελεχών μετά την ολοκλήρωση της πρώτης διερευνητικής συνάντησης το βράδυ της Τρίτης, το να εξασφαλιστούν και οι τελευταίες ελληνικές επιδιώξεις μάλλον δεν θα είναι εύκολο. 

Ειδικά το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο επιμένει με τον πλέον απόλυτο τρόπο στην επιλογή να μειωθεί η συνταξιοδοτική δαπάνη στην Ελλάδα. Δέχεται οι πόροι που θα αποδεσμευτούν, να διοχετευτούν για την τόνωση του «κοινωνικού κράτους», αλλά ουσιαστικά υπερασπίζεται με μεγάλη ζέση το δόγμα ότι «οι συντάξεις παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα για τα δεδομένα της ελληνικής οικονομίας».


Η παγίδα της μείωσης

Τις επόμενες ημέρες η διαπραγμάτευση για το ασφαλιστικό θα μπει στο «τεχνικό κομμάτι», το οποίο όμως ενδιαφέρει περισσότερο τους συνταξιούχους καθώς από αυτό θα εξαρτηθεί και το ύψος των αποδοχών τους μετά την 1η Ιανουαρίου 2019. Ποια είναι μέχρι στιγμής τα δεδομένα;


Οι θεσμοί θέλουν η εξοικονόμηση της συνταξιοδοτικής δαπάνης να φτάσει το 1% του ΑΕΠ. Αν επιβεβαιωθούν οι εκτιμήσεις για ανάπτυξη της τάξεως του 2,7% μέσα στο 2017 και περίπου 3% μέσα στο 2018, τότε αυτό το 1% του ΑΕΠ θα αντιστοιχεί σε περίπου 1,9 - 2 δισ. ευρώ. 


Αυτομάτως εγείρεται το ερώτημα: Οι θεσμοί θέλουν το 1% του ΑΕΠ να είναι η καθαρή απόδοση των μέτρων; Αν ναι, τότε ο τελικός λογαριασμός για τους συνταξιούχους θα εκτιναχθεί ακόμη και στα 2,2 - 2,3 δισ. ευρώ. Ο λόγος προφανής: μείωση σύνταξης είναι μείωση διαθέσιμου εισοδήματος. Και μείωση διαθέσιμου εισοδήματος σημαίνει μείωση και φοροδοτικής ικανότητας αλλά και καταναλωτικής δύναμης. 

Οι δανειστές είναι προφανές ότι θα λάβουν υπόψη τους το γεγονός ότι ο συνταξιούχος των 1.000 - 1 200 ευρώ θα πληρώνει λιγότερο φόρο εισοδήματος αν του κόψεις τη σύνταξη κατά 10%. Όπως επίσης θα λάβουν υπόψη και την απώλεια εσόδων από ΦΠΑ και φόρους κατανάλωσης λόγω της μειωμένης καταναλωτικής δύναμης.


Ποιος πληρώνει

Η κυβέρνηση θα επικαλεστεί τα πρωτογενή πλεονάσματα του 2016 και σε κάθε περίπτωση θα επιδιώξει να περιορίσει τον «προϋπολογισμό» της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης κατά το δυνατόν στο 0,75% του ΑΕΠ. Όπως και να ’χει, το θέμα που θα τεθεί, είναι ποιος θα πληρώσει το μάρμαρο. 


Η κυβέρνηση έχει αντιληφθεί ότι η κατάργηση του ΕΚΑΣ, μέτρο που έπληξε κατά κύριο λόγο τους χαμηλοσυνταξιούχους, είχε πολύ αρνητικές συνέπειες όσον αφορά το πολιτικό κόστος. Μάλιστα ο αντίκτυπος δεν έχει τελειώσει, δεδομένου ότι θα υπάρξουν μία ή και δύο ετήσιες περικοπές ακόμη μέχρι να ολοκληρωθεί η πλήρης κατάργηση του επιδόματος. 


Έτσι πρόθεση πλέον είναι το... μάρμαρο να πληρώσουν – κατά το δυνατόν – αυτοί που έχουν τις υψηλότερες συντάξεις και να μην υπάρξουν πρόσθετα βάρη γι’ αυτούς που εισπράττουν έως και 700 - 800 ευρώ τον μήνα. Και αυτή η πολιτική όμως δεν στερείται προβλημάτων. 


Κατ’ αρχάς ο αριθμός αυτών που εξακολουθούν να εισπράττουν συντάξεις άνω των 1.000 ευρώ είναι μικρός: λιγότερα από 800.000 άτομα. Κάτι που σημαίνει ότι, για να εξοικονομηθεί μόνο από αυτούς το 1% του ΑΕΠ, θα πρέπει το κούρεμα του εισοδήματος να ξεπεράσει ακόμη και το 10% - 15%.


Είναι περιττό να θυμίσουμε ότι όλες οι περικοπές που έγιναν μέχρι τώρα στις συντάξεις είχαν στο στόχαστρο τους ίδιους ανθρώπους: αυτούς που κατά κανόνα κατέβαλλαν τις περισσότερες ασφαλιστικές εισφορές κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου προκειμένου να εξασφαλίσουν μια καλύτερη σύνταξη. 


Αν ακόμη μια φορά το ψαλίδι επικεντρωθεί στις υψηλότερες συντάξεις, τότε θα πάει περίπατο κάθε έννοια ανταποδοτικότητας στο ασφαλιστικό σύστημα και αυτό μπορεί να έχει αρνητικές συνέπειες και στο σύστημα είσπραξης των ασφαλιστικών εισφορών. Ποιος θέλει να πληρώνει πολλές εισφορές όταν γνωρίζει ότι δεν πρόκειται να πάρει την ανάλογη σύνταξη;


Η προσωπική διαφορά

Θεωρείται δεδομένο ότι θα πέσει στο τραπέζι το σχέδιο για τη μείωση ή την κατάργηση της προσωπικής διαφοράς. 

Για αντικειμενικούς λόγους αυτό δεν είναι κάτι που μπορεί να γίνει άμεσα, δεδομένου ότι η προσωπική διαφορά δεν έχει υπολογιστεί ακόμη για τους υφιστάμενους συνταξιούχους (σ.σ.: υπενθυμίζεται ότι προσωπική διαφορά είναι το κομμάτι της σύνταξης που εξακολουθούν να λαμβάνουν οι σημερινοί συνταξιούχοι και το οποίο δεν θα έπαιρναν αν η σύνταξή τους υπολογιζόταν με βάση τον «Νόμο Κατρούγκαλου»).


Το να περιοριστεί όμως η προσωπική διαφορά είναι ένα θέμα που αναμένεται να τεθεί από τους θεσμούς, οι οποίοι, εκτός από την περικοπή της συνταξιοδοτικής δαπάνης, θέλουν να μην υπάρχουν και αισθητές διαφορές ανάμεσα στους σημερινούς και τους νέους συνταξιούχους. Στην πράξη βέβαια η υλοποίησή μιας τέτοιας πολιτικής οδηγεί και σε αγριότητες.


Κάποιος που έχει συνταξιοδοτηθεί τα προηγούμενα χρόνια λαμβάνει πολύ μεγαλύτερη σύνταξη σε σχέση με τα ποσά που προαναφέρθηκαν. Ενδεικτικά είναι τα ακόλουθα παραδείγματα:

1 Συνταξιούχος του Δημοσίου με 35 χρόνια ασφάλισης και συντάξιμες αποδοχές 2.000 ευρώ λαμβάνει σύνταξη 1.338 ευρώ με το σημερινό καθεστώς. 

Με το νέο σύστημα, αν ληφθεί υπόψη ότι οι συντάξιμες αποδοχές δεν θα είναι 2.000 ευρώ αλλά 1.800 (δηλαδή 10% χαμηλότερα), η σύνταξη που θα προκύπτει θα είναι 993 ευρώ, δηλαδή 25% μικρότερη. Ο σημερινός συνταξιούχος του Δημοσίου θα εξακολουθήσει να παίρνει τα 1.338 ευρώ, ωστόσο η διαφορά με τα 993 ευρώ, δηλαδή τα 345 ευρώ, θα μπουν σε έναν λογαριασμό ως «προσωπική διαφορά». 

Τι γνωρίζαμε μέχρι τώρα; Ότι οι σημερινές συντάξεις θα παρέμεναν «παγωμένες», και δεν θα αυξάνονταν όπως οι καινούργιες συντάξεις (σ.σ.: είναι λίγο ειρωνικό σε αυτήν τη φάση να μιλάει κάποιος για αυξήσεις, αλλά αυτό προβλέπει η νομοθεσία) μέχρι να μηδενιστεί η προσωπική διαφορά. Προφανώς το μέχρι τώρα σενάριο για τον μηδενισμό της προσωπικής διαφοράς μάλλον θα πρέπει να θεωρείται ως ένα εξαιρετικά αισιόδοξο πλαίσιο.

2 Οι προσωπικές διαφορές δεν υπάρχουν μόνο στις μεσαίες συντάξεις, αλλά και στις χαμηλές. Συνταξιούχος του ΤΕΒΕ με 15 χρόνια (και συντάξιμες αποδοχές 2.000 ευρώ) λαμβάνει σήμερα σύνταξη 1.037 ευρώ. 

Με το καινούργιο σύστημα, αν ο συντάξιμος μισθός προσδιοριστεί στα 1.800 ευρώ, η σύνταξη θα βγει στα 553 ευρώ και, αν προσδιοριστεί στα 1.600 ευρώ, θα περιοριστεί στα 530 ευρώ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η «προσωπική διαφορά» θα φτάσει σχεδόν στη μισή σύνταξη.


Στο υπουργείο Εργασίας έχουν ήδη κάνει κάποιες πρώτες εκτιμήσεις για τις «προσωπικές διαφορές» ανά ταμείο. Τα πρώτα στοιχεία έδειξαν ότι αυτές ξεπερνούν το 1,5 δισ. ευρώ χωρίς να συνυπολογίζονται τα στοιχεία από τα «ευγενή ταμεία» (ΔΕΗ, ΟΤΕ, τράπεζες). 

Αν το τελικό ποσό προσεγγίσει τα 2 δισ. ευρώ, τότε είναι προφανές τι θα χρειαστεί για να επιτευχθεί ο δημοσιονομικός στόχος: μηδενισμός της προσωπικής διαφοράς και έκρηξη της δυσαρέσκειας σε εκατοντάδες χιλιάδες, αν όχι εκατομμύρια, συνταξιούχους.


«Εύπεπτα» μέτρα

Το μοναδικό όπλο που έχει απομείνει στην ελληνική κυβέρνηση για να περιορίσει τον αρνητικό αντίκτυπο είναι το περιεχόμενο των «αντιμέτρων». Προφανώς στους συνταξιούχους που θα χτυπηθούν διπλά – και από τη μείωση της σύνταξης και από το ψαλίδισμα του αφορολογήτου – η αναπλήρωση των απωλειών δεν θα είναι εύκολη, πόσω μάλλον που τα αντίμετρα θα ενεργοποιηθούν μόνο σε περίπτωση επίτευξης των δημοσιονομικών στόχων.


Σε κάθε περίπτωση, στο τραπέζι θα πέσουν «εύπεπτα» μέτρα, όπως ο περιορισμός ή ο μηδενισμός της συμμετοχής στα φάρμακα, η ενίσχυση του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος ή η μείωση των τιμών σε τρόφιμα και ηλεκτρική ενέργεια μέσα από τη μείωση του ΦΠΑ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: