Τετάρτη 15 Απριλίου 2020

ΚΡΑΤΗΣΑ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ




Μια φορά και ένα καιρό ήταν δυο δέντρα δίπλα δίπλα. 
Το ένα το λέγανε Έλατο. Ήταν ψηλόλιγνο δεντρί μελαχρινό και λιγόλογο, σοβαρό και περήφανο. Φαινότανε πως εκρατούσε από σόι αρχοντικό. Είχε πάντα το κορμί του ορθοστήλωτο, τεντωμένο-λαμπάδα! Οι ρίζες του μόλις ακουμπούσανε στη γη. Η κορφή του έμοιαζε γοτθικό καμπαναριό με το σταυρό ψηλά στη μυτερή του άκρη όλα ήτανε πάνω του άψογα׃ μαυροπράσινη φορεσιά του συμμετρική σα μαθηματική πυραμίδα. 
 Το άλλο δέντρο το λέγανε Οξυά. Η λυγερή κορμοστασιά της, η κάτασπρη επιδερμίδα της, η γραφική φυλλωσιά της με τα κομψά ξανθοπράσινα φυλλαράκια της, η ευαισθησία της στις καιρικές μεταβολές, οι ιδιοτροπίες στην τροφή, όλα αυτά δείχνανε πως και αυτής το σόι δεν ήταν ταπεινό. Τα δύο δέντρα ένιωθαν μια τρυφερή αγάπη να τα ενώνει. Μια μέρα ένα ταξιδιάρικο αγέρι της έφερε στ’ αυτί τούτα τα λόγια ׃ 
« Άφησε τούτες τις χώρες. Έλα στις χώρες του νοτιά με τα γαλανά ακρογιάλια και τους χρυσαφένιους ουρανούς». Τότε η Οξυά αποκρίθηκε στον Έλατο׃ 
« Έλα να φύγουμε. Θέλω να πάω εκεί». 
Και ο ευγενικός της φίλος την συνόδευσε με προθυμία αφήσανε πίσω τους τις μονότονες στέπες και τα αποσκιαδερά « φιόρντ». Ετράβηξαν για τον νοτιά. Ξαφνικά είπε η Οξυά׃ « Ελάτε, πνίγομαι! Σβήνω. Αχ, λίγη δροσιά. Μαράθηκα και ρεύω…». Ο Έλατος την άρπαξε στον ώμο του και τράβηξε για τα ψηλά βουνά. Την ακούμπησε στις κορφές και ξαπλώθηκε στα πόδια της. Έστησαν εκεί ψηλά μια καινούρια πατρίδα. Μια μέρα όμως ξεκίνησαν πάλι για τον νότο. Η Οξυά γρήγορα κουράστηκε. Έτσι εκείνη έμεινε εκεί και ο Έλατος κατηφόρισε για τις μεσημεριανές χώρες…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τα υβριστικά σχόλια θα διαγράφονται!

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.