Κυριακή 11 Αυγούστου 2019

ΤΟ ΕΛΑΦΟΝΗΣΙ ΜΟΥ


Ευγένιος Ανδρικόπουλος


Όταν γίνεται αναφορά στο ελαφονήσι (ελαφόνησος της Νεάπολης) αισθάνομαι σαν τον Χριστόφορο Κολόμβο  που μετά τον Αμέρικο Βεσπούτσι ανακάλυψαν πανάθεμά τους την Αμερική.. Γιατί μετά τους κυνηγούς, εγώ ήμουν που το αποκάλυψα τουριστικά κατά τον πρώτο χρόνο της δεκαετίας του 80. 

Ένα νησάκι με δυο ακρωτήρια σαν δυο κερατάκια ήταν. 


Ανάμεσά τους όμως η φύση κρατούσε κρυμμένο ένα θησαυρό.. Περιβάλλον που όταν το έπλασε έσπασε το καλούπι γιατί όμοιό του δεν θα βρείτε ούτε στα εξωτικά νησιά του ειρηνικού ή της καραϊβικής. 

Τις δύο παραλίες του Σίμου με τα μαργαριταρένια νερά. Μαγεύτηκα αν και δεν είχε τίποτ' άλλο να επιδείξει. Άνυδρο με δυο τρεις ξερούς λοφίσκους ήταν όλο κι όλο και το χωριό των δέκα δεκαπέντε σπιτιών κτισμένο κατά κυριολεξία πάνω στην άμμο. Απέναντι απο την Πούντα των συλημένων τάφων και τη βυθισμένη αρχαία πολιτεία που απείχε δεν απείχε διακόσια μέτρα.

Κολυμπώντας σε πεντακάθαρα νερά έβγαινες στην ηπειρωτική Λακωνία, αν δεν προλάβαινες το καϊκι -του σε μόνιμη βάση μεθυσμένου Καρακούκου, θεός σχωρέστον πια-, (μακάρι να ζει αλλά δεν νομίζω), ή φοβόσουν δίχως λόγο να σε περάσει απέναντι, μη τύχει και βυθιστεί στις δυο ξέρες, εκεί, στην είσοδο του λιμανιού. 

Σιγά μη βούλιαζε ο Καρακούκος. Κάτι άσχετοι γιωτάκηδες είχαν σχίσει τις γάστρες τους εκεί. Γρήγορα καταλάβαινες πως το καϊκι είχε γίνει το σκυλάκι του. Από κάποιο σημείο και μετά πήγαινε γαμωσταυρίζοντάς το μοναχό. Ξεραινόμουν από τα γέλια κι έμπαινα με μάτια κλειστά. 

Τροχός δεν είχε πατήσει πάνω στο φρέσκο σώμα του νησιού εκτός από ένα τζιπ πανάρχαιο, της επαρχιακής χωροφυλακής, που αν έβαζες έγγυο στα δέκα λεπτά ως τον Σίμο θα είχε ξεγεννήσει.  Δεν χρειάστηκαν παρά μερικά λεπτα για να συστηθώ δια χειραψίας με όλους τους κατοίκους του, που αν δεν τους ήξερες με τα παρατσούκλια τους, ποτέ δεν καταλάβαιναν ποιον ζητούσες, αφού όλοι ή σχεδόν όλοι είχαν το ίδιο επώνυμο. 

Κυρίως Μέντης. Σε έναν Μέντη κατά κόσμον Μπαρμπούνη έμεινα τη πρώτη χρονιά και σκάλωσα εκεί. Μάζεψε μια οικογένεια εννιά νοματαίοι ήταν σε ενάμιση δωμάτιο και το άλλο ενάμιση μου το νοίκιασε. Έγινα άτυπο μέλος τους. Επικοινωνούσαμε και τον χειμώνα.

Ψαράς ήταν εννιά στόματα είχε να θρέψει. Κάθε δραχμή που έβαζε στη τσέπη του έκανε πάρτη. Και η δραχμή εμφανιζόταν σπάνια εκεί. Απαιτούσε ταξίδι εννιά ωρών από την Αθήνα. Το τιμόνι του αυτοκινήτου βρισκόταν σε διαρκή κίνηση από τις στροφές και ο κίνδυνος καραδοκούσε πάντα σε μία απ' αυτές. ΄

Το μόνο πρόσοδο ήταν το ψάρι. Τζάμπα πράγμα. Με κάτι φραγκοδίφραγκα τους άρπαζε ο έμπορος την ολόφρεσκη σοδειά. Μύριζε θάλασσα το προϊόν τους κι αυτός το πουλούσε χρυσάφι στην Αθήνα. Το έμαθα από τους άλλους τους Μέντηδες και την γλυκύτατη γιαγιά μητέρα τους. Είχαν τη μοναδική ταβέρνα απέναντι από την εκκλησία στο ακρωτήρι. Ακόμη θυμάμαι τ αμπελοφάσουλά της, το γαλακτομπούρεκό της  και τη αστακομακαρανόδα της.. 

-Τι χρωστάω γιαγιά; 
-Σιγά τι να χρωστάς λιγόφαγος είσαι , απαντούσε κι είχα καταπιεί τον άμπακα..
-Έλα ρε ευγενιάκο δώσε μας δεκαπέντε δραχμές κι είμαστε ντάξει πεταγόταν ο γιος. 

Ντρεπόμουν. Αστακομακαρονάδα ένα δεκάρικο και πέντε δραχμές όλα τα υπόλοιπα συν το γαλακτομπούρεκο !! Άφηνα τριάντα σαράντα δραχμές κι έφευγα. 'Ωσπου κουβέντα στη κουβέντα μου έσκασαν το παραμύθι της φτώχειας τους. Το γνωστό από καταβολής της ιστορίας του καπιταλισμού. Τους άρπαζε ο έμπορος τη σοδειά εκβιάζοντας τους στη τιμή. Έτσι και πρόβαλαν την οποιαδήποτε άρνηση θα σάπιζε το ψάρι στα καϊκια τους. 

Πρέπει εκείνη την ημέρα, παραμονή της αναχώρησής μου ήταν, να εξοργίστηκα τόσο που όλοι με ρωτούσαν τι έχω γιατί τα μάτια μου είχαν πυρώσει. Τίποτα τους απαντούσα αλλά από τον επόμενο χρόνο προετοιμαστείτε γιατί θα έρθουν τα πάνω κάτω..  

Πράγματι την επόμενη χρονιά πήγα πάλι, αλλά  με τους δύο γιους μου μια φίλη και το σκάφος μου αυτή τη φορά. Αφού βολεύτηκα την επομένη το πρωί τους μάζεψα και τους είπα πάμε τώρα στη Νεάπολη στη τράπεζα με τις ταυτότητές σας. 

Ήρθαν σαν υπνωτισμένοι μου είχαν απεριόριστη εμπιστοσύνη. Μεσολάβησα, δανείστηκαν, κι αγόρασαν ψυγεία που τα έστησαν σε ένα ακατοίκητο σπίτι. Επιστρέφοντας έτσι αξημέρωτα οι πέντε έξη ψαράδες με την λαχταριστή σοδειά τους (από σφυρίδα και συναγρίδα ως μπαρμπούνια σαργούς τσιπούρες και αστακούς) την έβαλαν κατ' ευθείαν στα ψυγεία. Κατά τις δέκα νάσου ο εμποράκος που εγώ του ετοίμαζα τον θάνατό του. 


Καλώς τον να κι ας άργησε τον ειρωνεύτηκα.. Κι εσύ ποιος είσαι μου λέει γιατί έχω ακούσει για κάποιο δημοσιογράφο που τους ξεσηκώνει και θα στενάξουν από την πείνα.. Για να δούμε ποιος θα στενάξει πρώτος του απαντώ μ' εκείνους τους δύσμοιρους να είναι ακόμη φοβισμένοι. Και αν θυμάμαι καλά πετάγεται πρώτος ο Λάμπης ο αγωνιστής (το παρατσούκλι από το καϊκι του) και του δίνει τιμή χονδρική αθηνών!!   Κιτρίνισε. Φάτε τα λέει και κάνει να φύγει.. 

Δεν θα τα φάνε αυτοί του απαντά η θρασύτατη φίλη μου αλλά οι Αθηναίοι.. Και τον παίρνει από το χέρι και τον πάει στα ψυγεία!! 
Λιποθύμησε!! 
Αυτό ήταν. Το χωριό ανάσανε..
 Και ως να μην επαρκούσε αυτό άρχισα εγώ να καλώ ονόματα της εποχής από τον καλιτεχνικό και δημοσιογραφικό χώρο. Πλημμύρισε φως δημοσιότητας το νησί.
 Ξέφυγε χάρη στο Σίμο .. 

Ώσπου σε μια πενταετία από τότε στο Σίμο δεν έκανα μπάνιο μόνος..  Προσωπική διαστροφή..

Τους αποχαιρέτησα έτσι με ένα κομμάτι της καρδιάς μου να μένει εκεί. 

Επέστρεψα μετά από δεκαπέντε χρόνια.. 
Απογοητεύτηκα.. Το παρθένο νησάκι με τους αγνούς κατοίκους είχε αρχίσει να γίνεται κακέκτυπο της Μυκόνου. 
Μέχρι και υπερσύγχρονο φέρρυ είχαν δρομολογήσει και το τσιμέντο με την άσφαλτο να έχει εξαφανίσει σχεδόν ολικά την άμμο από βελούδο του χωριού. 
Την άμμο που κάποιο ασέληνο βράδυ πάνω της, πήρα τον δεύτερό μου γιο αγκαλιά και ξαπλωμένοι κοιτώντας τ' αστέρια του είπα:  μέτρησέ τα για να μάθεις πόσο σ αγαπώ. Και γιατί μου είχε θυμώσει; Επειδή είχα ξεχάσει να τον φιλήσω πριν κοιμηθεί.. Ο σημερινός κύριος καθηγητής..

Δεν υπάρχουν σχόλια: