Το ρεπορτάζ
Η ζωή επανέρχεται στην κανονικότητά της. Το αποφάσισαν αυτοί
που ελέγχουν τη ροή των πληροφοριών και ούτε γάτα ούτε ζημιά: Οι
εργαζόμενοι στην ΕΡΤ μπορούν να αφεθούν να βράσουν στο ζουμί τους.
Μαζί τους και χιλιάδες άλλοι που ακολουθούν, καθώς είναι στην ημερήσια διάταξη η διάλυση δεκάδων φορέων του Δημοσίου, ανάμεσά τους όλη η παραγωγική βάση της αμυντικής βιομηχανίας της χώρας.
Κάτι λεπτομέρειες μένει να ρυθμιστούν, έλεγαν χτες, ώστε η κυβέρνηση να βάλει ξανά μπροστά τις μηχανές της. Η κυβερνητική μηχανή βέβαια, δε ρετάρισε ούτε στιγμή τόσον καιρό.
Το τι πληροφορείται, όμως, ο αναγνώστης εξαρτάται απόλυτα από το ποιος ελέγχει την ενημέρωση.
Πολυσέλιδα αφιερώματα μέρες τώρα για το πώς σήκωσε αγριεμένο το βλέφαρο ο τάδε αγύρτης, τι είπε η τάδε ξανθοφορούσα, πόσο μεγάλος είναι ο πόνος του υπουργού που ανασχηματίζεται χωρίς να αναγνωριστεί το έργο του, γιατί πρέπει να διαλυθεί το ΙΓΜΕ που το έχουν κάνει ξέφραγο αμπέλι οι εργαζόμενοι, γιατί το τάδε ιατρικό σκεύασμα πρέπει να συνταγογραφείται από τον κρατικό λογιστή και όχι από το γιατρό.
Στις καλύτερες των περιπτώσεων εμφανίζεται μια έκθεση όπως αυτή για τα τρόφιμα, αλλά χωρίς την απάντηση στο, γιατί αφού υπάρχουν τροφές και οι άνθρωποι δουλεύουν δεν έχουν λεφτά για να αγοράσουν;
Παρά τους σχετικούς μύθους, το ρεπορτάζ δεν ήταν ποτέ στο φόρτε του στον αστικό Τύπο: Η πρώτη εφημερίδα κυκλοφόρησε για να διαφημίσει σαπούνια.
Απλά, σήμερα, καθώς ο Τύπος ακολουθεί ραγδαία τις τάσεις στην αγορά το κακό μοιάζει να έχει παραγίνει, για όσους ακόμα διατηρούν αυταπάτες περί αδέσμευτης και ανεξάρτητης δημοσιογραφίας.
Το ρεπορτάζ όταν δε χρησιμοποιείται ανοιχτά σαν προώθηση προϊόντων, γίνεται εργαλείο για να δημιουργηθεί συνείδηση πελάτη. Οπως αυτό στα «Νέα». Που υποβάλει στους αναγνώστες ότι είναι της μοδός να πληρώνεις στο Ιντερνετ για ειδήσεις που έτσι κι αλλιώς μπορείς να βρεις και χωρίς να πληρώσεις δεκάρα. Το ρεπορτάζ υπηρετεί την ανάγκη του συγκροτήματος να αυξήσει την πελατεία στην επί πληρωμή ιντερνετική πλατφόρμα που έχει στήσει.
Η ζωή επανέρχεται στην κανονικότητά της. Το αποφάσισαν αυτοί
που ελέγχουν τη ροή των πληροφοριών και ούτε γάτα ούτε ζημιά: Οι
εργαζόμενοι στην ΕΡΤ μπορούν να αφεθούν να βράσουν στο ζουμί τους. Μαζί τους και χιλιάδες άλλοι που ακολουθούν, καθώς είναι στην ημερήσια διάταξη η διάλυση δεκάδων φορέων του Δημοσίου, ανάμεσά τους όλη η παραγωγική βάση της αμυντικής βιομηχανίας της χώρας.
Κάτι λεπτομέρειες μένει να ρυθμιστούν, έλεγαν χτες, ώστε η κυβέρνηση να βάλει ξανά μπροστά τις μηχανές της. Η κυβερνητική μηχανή βέβαια, δε ρετάρισε ούτε στιγμή τόσον καιρό.
Το τι πληροφορείται, όμως, ο αναγνώστης εξαρτάται απόλυτα από το ποιος ελέγχει την ενημέρωση.
Πολυσέλιδα αφιερώματα μέρες τώρα για το πώς σήκωσε αγριεμένο το βλέφαρο ο τάδε αγύρτης, τι είπε η τάδε ξανθοφορούσα, πόσο μεγάλος είναι ο πόνος του υπουργού που ανασχηματίζεται χωρίς να αναγνωριστεί το έργο του, γιατί πρέπει να διαλυθεί το ΙΓΜΕ που το έχουν κάνει ξέφραγο αμπέλι οι εργαζόμενοι, γιατί το τάδε ιατρικό σκεύασμα πρέπει να συνταγογραφείται από τον κρατικό λογιστή και όχι από το γιατρό.
Στις καλύτερες των περιπτώσεων εμφανίζεται μια έκθεση όπως αυτή για τα τρόφιμα, αλλά χωρίς την απάντηση στο, γιατί αφού υπάρχουν τροφές και οι άνθρωποι δουλεύουν δεν έχουν λεφτά για να αγοράσουν;
Παρά τους σχετικούς μύθους, το ρεπορτάζ δεν ήταν ποτέ στο φόρτε του στον αστικό Τύπο: Η πρώτη εφημερίδα κυκλοφόρησε για να διαφημίσει σαπούνια.
Απλά, σήμερα, καθώς ο Τύπος ακολουθεί ραγδαία τις τάσεις στην αγορά το κακό μοιάζει να έχει παραγίνει, για όσους ακόμα διατηρούν αυταπάτες περί αδέσμευτης και ανεξάρτητης δημοσιογραφίας.
Το ρεπορτάζ όταν δε χρησιμοποιείται ανοιχτά σαν προώθηση προϊόντων, γίνεται εργαλείο για να δημιουργηθεί συνείδηση πελάτη. Οπως αυτό στα «Νέα». Που υποβάλει στους αναγνώστες ότι είναι της μοδός να πληρώνεις στο Ιντερνετ για ειδήσεις που έτσι κι αλλιώς μπορείς να βρεις και χωρίς να πληρώσεις δεκάρα. Το ρεπορτάζ υπηρετεί την ανάγκη του συγκροτήματος να αυξήσει την πελατεία στην επί πληρωμή ιντερνετική πλατφόρμα που έχει στήσει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου