H διαπλοκή επιχειρηματιών με τους πολιτικούς (ρεπορτάζ στυξ)
Οι «New York Times» σε δημοσίευμά τους καταγγέλλουν τη σχέση που έχουν ισχυρές επιχειρηματικές οικογένειες με τους πολιτικούς, οι οποίοι υπερασπίζονται τα προνόμια των πρώτων.
Τώρα γιατί επέλξαν να κατονομάσουν μόνο έναν από τους «ανερχόμενους» διαπλεκόμενους αστέρες, ρωτήστε τους συντάκτες του άρθρου.
Ένας από τους δυναμικούς επιχειρηματίες του ρίσκου, ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης, δείχνει να αντιπροσωπεύει μια πολλά υποσχόμενη εποχή για την Ελλάδα. Το Δεκέμβριο του 2004 ο κ. Λαυρεντιάδης αγόρασε το πλειοψηφικό πακέτο της Proton Bank, η οποία είχε αναπτυχθεί ραγδαία μετά την αγορά της Οmega.
Διείσδυσε στον ανασφαλή επιχειρηματικό κόσμο οικοδομώντας μία αυτοκρατορία πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, λίγα μόλις χρόνια αφότου είχε κληρονομήσει μία μικρή οικογενειακή επιχείρηση στα 18 του. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, κατόρθωσε να οικοδομήσει μια αυτοκρατορία στην οποία περιλαμβάνονταν μετοχές σε φαρμακευτικές εταιρίες, τράπεζες μια ποδοσφαιρική ομάδα και έγινε κάτοχος πολλών έργων τέχνης. Το 2009 πλήρωε 65 εκατομμύρια $ για να ποτρέψει την παραπομπή τους σε δίκη για κατάχρηση.
Επιδιώκοντας να γίνει αποδεκτός από τους κύκλους της ελίτ, έγινε πλουσιοπάροχος χορηγός σε φιλανθρωπικά ιδρύματα αλλά ταυτόχρονα καλλιέργησε δεσμούς με τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα.
Καθώς η ελληνική οικονομία βυθιζόταν τα τελευταία χρόνια, η περιουσία του μειωνόταν και άρχισε να καταχράται χρήματα από την τράπεζα που έλεγχε, όπως λένε κι οι ανακριτικές αρχές. Ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης, ο οποίος απέκτησε την Proton Bank το 2009, πλήρωσε 65 εκατομμύρια δολάρια για να αποφύγει τη δικαστική δίωξη, παρ’ όλ’ αυτά στον ίδιο και άλλους 26 απαγγέλθηκαν κατηγορίες για απάτη τον Μάρτιο.
Όσο υπήρχαν οι κατηγορίες, τότε έμοιαζε να υπάρχει η ανάλογη απότομη πτώση όπως η άνοδος που είχε σε λίγα χρόνια. Αλλά, χάρη σε νόμο που ψήφισε στα κρυφά το ελληνικό Κοινοβούλιο, απέφυγε την παραπομπή του σε δίκη-τουλάχιστον προς το παρόν-απλώς ξεπληρώνοντας τα χρήματα που είχε καταχραστεί.
Τώρα, ο 40χρονος κ. Λαυρεντιάδης, βρίσκεται πάλι στο προσκήνιο μια και το όνομά του περιλαμβάνεται στην περίφημη λίστα Λαγκάρντ, μαζί με άλλους 2.000 και πλέον έλληνεςπου φαίνεται να έχουν λογαριασμούς στο παράρτημα της τράπεζας HSBC στην Ελβετία, και είναι ύποπτοι για φοροδιαφυγή.
Η λίστα είχε δοθεί πριν δύο χρόνια από την Κριστίν Λαγκάρντ –τότε υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας και τωρινή επικεφαλής του ΔΝΤ- και από αυτήν περιμένουν να πέσει άπλετο φως στις σκιώδεις πρακτικές των πλουσίων.
Αντίθετα όμως, είχε κρυφτεί κάτω από το χαλί και τώρα γίνεται έρευνα σε δύο πρώην υπουργούς Οικονομικών και κορυφαίους επιθεωρητές της εφορίας, για να διαπιστωθεί γιατί δεν είχαν δράσει.
Τα οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας συνήθως αποδίδονται στον δημόσιο τομέα γεμάτο από απρόθυμους εργαζόμενους με πλουσιοπάροχο ασφαλιστικό σύστημα και μη ανταγωνιστικές βιομηχανίες όπου οι εργαζόμενοι είναι καλοπληρωμένοι και με εγγυήσεις ισοβιότητας.
Εκείνο που παραβλπεπεται, είναι ο ρόλος που παίζουν μια χούφτα πλούσιες οικογένειες, οι πολιτικοί και τα Μέσα Ενημέρωσης –πολλά από τα οποία ανήκουν σε «βαρόνους» - και αποτελούν το τις δομές της ελληνικής εξουσίας.
Σε μια χώρα που έχει συντριβεί από χρόνια επιβολή λιτότητας και ανεργία που φτάνει το 25%, ο μέσος Έλληνας αντιπαθεί εκείνη την ολιγαρχία -που σύμφωνα με τους επικριτές της- έχει περιχαρακωθεί πίσω από μία κλειστή οικονομία που αποτελεί τη ρίζα των περισσότερων προβλημάτων της χώρας και λειτουργεί κάτω από συνθήκες πλήρους ασυλίας. Μερικές δεκάδες ισςχυρές οικογένειες ελέγχουν κρίσιμους τομείς, είναι ιδιοκτήξες τραπεζών, εφοπλιστές και ιδιοκτήτες μεγάλων κατασκευαστικών εταιριών και βασίζονται στην ταξη των πολιτικών να φροντίσει για τα συμφέροντά τους, μερικές φορές με νομοθεσίες κομμένες και ραμμένες στις ανάγκες τους.
Το αποτέλεσμα είναι -λένε οι αναλυτές- η έλλειψη ανταγωνισμού, κάτι που υπονομεύει την οικονομία επιτρέποντας στους ολιγάρχες να διαθέτουν καρτέλ και να πλουτίζουν μέσω ενός ψευδοκαπιταλισμού.
«Έτσι καθίσταται σύνηθες να δημιουργείται μια στενή παρασιτικής χέση με τους πολιτικούς και τα Μέσα, κάτι που ευνοεί την διαφθορά», λέει ο Kevin Featherstone καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο London School of Economics.
«Η ερώτησή μου είναι απλή: Γιατί εμένα; Είμαι το εξιλαστήριο θύμα για όλα», υποστηρίζουν οι NYT ότι ανέφερε ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης σε συνέντευξή του πριν από ένα μήνα. «Θα μπορούσα να σας αναφέρω χιλιάδες ονόματα για το ποιοί ευθύνονται για την περιπέτειά μου, δεν είναι όμως του χαρακτήρα μου», πρόσθεσε ο επιχειρηματίας.
Στην διάρκειας δυό ωρών συνέντευξης με τους By RACHEL DONADIO and LIZ ALDERMAN , ο κ. Λαυρεντιάδης αρνήθηκε τις κατηγορίες ότι έκανε κάτι κακό, και είπε πως «διέθετε μερικούς λογαριασμούς στην HSBC της Geneva συνολικού ύψους μόλις 65.000 $, νόμιμα και μετά την πληρωμή φόρων».
Παραμέλησε να απαντήσει όμως για τις σχέσεις του με το πολιτικό σύστημα όσο και για τη συνεχιζόμενη έρευνα γύρω από τις δραστηριότητες της τράπεζας PROTON.
Σχόλιο του ΒΗΜΑΤΟΣ: Το ρεπορτάζ των New York Times παρουσιάζει μια εξαιρετικά «σκοτεινή» εικόνα για τον ελληνικό επιχειρηματικό κόσμο και τη «διαπλοκή» του με το πολιτικό σύστημα.
Σχόλιο στυξ: Για πρώτη φορά θα συμφωνήσουμε με αμερικανικό δημοσίευμα , «επικριτικό για τη χώρα». Άλλωστε δεν έχουμε τα ίδια συμφέροντα με τον ιδιοκτήτη του κάποτε ΔΟΛ κά. Μέσων.
Για την Ελλάδα
οι Ολιγάρχες είναι εμπόδιο
στην ανάπτυξη (NYT)
Οι «New York Times» σε δημοσίευμά τους καταγγέλλουν τη σχέση που έχουν ισχυρές επιχειρηματικές οικογένειες με τους πολιτικούς, οι οποίοι υπερασπίζονται τα προνόμια των πρώτων.
Τώρα γιατί επέλξαν να κατονομάσουν μόνο έναν από τους «ανερχόμενους» διαπλεκόμενους αστέρες, ρωτήστε τους συντάκτες του άρθρου.
Ένας από τους δυναμικούς επιχειρηματίες του ρίσκου, ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης, δείχνει να αντιπροσωπεύει μια πολλά υποσχόμενη εποχή για την Ελλάδα. Το Δεκέμβριο του 2004 ο κ. Λαυρεντιάδης αγόρασε το πλειοψηφικό πακέτο της Proton Bank, η οποία είχε αναπτυχθεί ραγδαία μετά την αγορά της Οmega.
Διείσδυσε στον ανασφαλή επιχειρηματικό κόσμο οικοδομώντας μία αυτοκρατορία πολλών δισεκατομμυρίων δολαρίων, λίγα μόλις χρόνια αφότου είχε κληρονομήσει μία μικρή οικογενειακή επιχείρηση στα 18 του. Μέσα σε τέσσερα χρόνια, κατόρθωσε να οικοδομήσει μια αυτοκρατορία στην οποία περιλαμβάνονταν μετοχές σε φαρμακευτικές εταιρίες, τράπεζες μια ποδοσφαιρική ομάδα και έγινε κάτοχος πολλών έργων τέχνης. Το 2009 πλήρωε 65 εκατομμύρια $ για να ποτρέψει την παραπομπή τους σε δίκη για κατάχρηση.
Επιδιώκοντας να γίνει αποδεκτός από τους κύκλους της ελίτ, έγινε πλουσιοπάροχος χορηγός σε φιλανθρωπικά ιδρύματα αλλά ταυτόχρονα καλλιέργησε δεσμούς με τα κυρίαρχα πολιτικά κόμματα.
Καθώς η ελληνική οικονομία βυθιζόταν τα τελευταία χρόνια, η περιουσία του μειωνόταν και άρχισε να καταχράται χρήματα από την τράπεζα που έλεγχε, όπως λένε κι οι ανακριτικές αρχές. Ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης, ο οποίος απέκτησε την Proton Bank το 2009, πλήρωσε 65 εκατομμύρια δολάρια για να αποφύγει τη δικαστική δίωξη, παρ’ όλ’ αυτά στον ίδιο και άλλους 26 απαγγέλθηκαν κατηγορίες για απάτη τον Μάρτιο.
Όσο υπήρχαν οι κατηγορίες, τότε έμοιαζε να υπάρχει η ανάλογη απότομη πτώση όπως η άνοδος που είχε σε λίγα χρόνια. Αλλά, χάρη σε νόμο που ψήφισε στα κρυφά το ελληνικό Κοινοβούλιο, απέφυγε την παραπομπή του σε δίκη-τουλάχιστον προς το παρόν-απλώς ξεπληρώνοντας τα χρήματα που είχε καταχραστεί.
Τώρα, ο 40χρονος κ. Λαυρεντιάδης, βρίσκεται πάλι στο προσκήνιο μια και το όνομά του περιλαμβάνεται στην περίφημη λίστα Λαγκάρντ, μαζί με άλλους 2.000 και πλέον έλληνεςπου φαίνεται να έχουν λογαριασμούς στο παράρτημα της τράπεζας HSBC στην Ελβετία, και είναι ύποπτοι για φοροδιαφυγή.
Η λίστα είχε δοθεί πριν δύο χρόνια από την Κριστίν Λαγκάρντ –τότε υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας και τωρινή επικεφαλής του ΔΝΤ- και από αυτήν περιμένουν να πέσει άπλετο φως στις σκιώδεις πρακτικές των πλουσίων.
Αντίθετα όμως, είχε κρυφτεί κάτω από το χαλί και τώρα γίνεται έρευνα σε δύο πρώην υπουργούς Οικονομικών και κορυφαίους επιθεωρητές της εφορίας, για να διαπιστωθεί γιατί δεν είχαν δράσει.
Τα οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας συνήθως αποδίδονται στον δημόσιο τομέα γεμάτο από απρόθυμους εργαζόμενους με πλουσιοπάροχο ασφαλιστικό σύστημα και μη ανταγωνιστικές βιομηχανίες όπου οι εργαζόμενοι είναι καλοπληρωμένοι και με εγγυήσεις ισοβιότητας.
Εκείνο που παραβλπεπεται, είναι ο ρόλος που παίζουν μια χούφτα πλούσιες οικογένειες, οι πολιτικοί και τα Μέσα Ενημέρωσης –πολλά από τα οποία ανήκουν σε «βαρόνους» - και αποτελούν το τις δομές της ελληνικής εξουσίας.
Σε μια χώρα που έχει συντριβεί από χρόνια επιβολή λιτότητας και ανεργία που φτάνει το 25%, ο μέσος Έλληνας αντιπαθεί εκείνη την ολιγαρχία -που σύμφωνα με τους επικριτές της- έχει περιχαρακωθεί πίσω από μία κλειστή οικονομία που αποτελεί τη ρίζα των περισσότερων προβλημάτων της χώρας και λειτουργεί κάτω από συνθήκες πλήρους ασυλίας. Μερικές δεκάδες ισςχυρές οικογένειες ελέγχουν κρίσιμους τομείς, είναι ιδιοκτήξες τραπεζών, εφοπλιστές και ιδιοκτήτες μεγάλων κατασκευαστικών εταιριών και βασίζονται στην ταξη των πολιτικών να φροντίσει για τα συμφέροντά τους, μερικές φορές με νομοθεσίες κομμένες και ραμμένες στις ανάγκες τους.
Το αποτέλεσμα είναι -λένε οι αναλυτές- η έλλειψη ανταγωνισμού, κάτι που υπονομεύει την οικονομία επιτρέποντας στους ολιγάρχες να διαθέτουν καρτέλ και να πλουτίζουν μέσω ενός ψευδοκαπιταλισμού.
«Έτσι καθίσταται σύνηθες να δημιουργείται μια στενή παρασιτικής χέση με τους πολιτικούς και τα Μέσα, κάτι που ευνοεί την διαφθορά», λέει ο Kevin Featherstone καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής στο London School of Economics.
«Η ερώτησή μου είναι απλή: Γιατί εμένα; Είμαι το εξιλαστήριο θύμα για όλα», υποστηρίζουν οι NYT ότι ανέφερε ο Λαυρέντης Λαυρεντιάδης σε συνέντευξή του πριν από ένα μήνα. «Θα μπορούσα να σας αναφέρω χιλιάδες ονόματα για το ποιοί ευθύνονται για την περιπέτειά μου, δεν είναι όμως του χαρακτήρα μου», πρόσθεσε ο επιχειρηματίας.
Στην διάρκειας δυό ωρών συνέντευξης με τους By RACHEL DONADIO and LIZ ALDERMAN , ο κ. Λαυρεντιάδης αρνήθηκε τις κατηγορίες ότι έκανε κάτι κακό, και είπε πως «διέθετε μερικούς λογαριασμούς στην HSBC της Geneva συνολικού ύψους μόλις 65.000 $, νόμιμα και μετά την πληρωμή φόρων».
Παραμέλησε να απαντήσει όμως για τις σχέσεις του με το πολιτικό σύστημα όσο και για τη συνεχιζόμενη έρευνα γύρω από τις δραστηριότητες της τράπεζας PROTON.
Σχόλιο του ΒΗΜΑΤΟΣ: Το ρεπορτάζ των New York Times παρουσιάζει μια εξαιρετικά «σκοτεινή» εικόνα για τον ελληνικό επιχειρηματικό κόσμο και τη «διαπλοκή» του με το πολιτικό σύστημα.
Σχόλιο στυξ: Για πρώτη φορά θα συμφωνήσουμε με αμερικανικό δημοσίευμα , «επικριτικό για τη χώρα». Άλλωστε δεν έχουμε τα ίδια συμφέροντα με τον ιδιοκτήτη του κάποτε ΔΟΛ κά. Μέσων.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου