Στην ηλεκτρική καρέκλα η ΔΕΗ.. για το βρώμικο ρεύμα
Ο λογαριασμός στον συνήθη ύποπτο τον καταναλωτή..
Το σωτήριο έτος 2013, και µάλιστα από την πρώτη του µέρα, την 1η Ιανουαρίου, θα είναι συνώνυµο και µε τον «εκτροχιασµό» στο κόστος του ρεύµατος, ή καλύτερα του λεγόµενου βρόµικου ρεύµατος, αφού η περίοδος χάριτος τελειώνει και µπαίνει σε εφαρµογή ο νέος αυστηρότερος µηχανισµός εµπορίας ρύπων (ETS).
Για τη χώρα µας αυτό σηµαίνει αυξηµένο κόστος για τον καταναλωτή και για τον βιοµηχανικό τοµέα, κυρίως, γιατί εδώ και χρόνια τόσο οι κυβερνήσεις όσο και οι διοικήσεις της ∆ΕΗ λειτουργούν στηριζόµενες στην αρχή της αδράνειας, θεωρώντας ότι τα σημαντικά αυτά ζητήµατα θα λυθούν, ειδικά για τη χώρα µας, από έναν από µηχανής Θεό.
Για να το κάνουµε λιανά, γράφει η Ηρώ Γλάρου στο Ποντίκι, η ∆ΕΗ θα επιβαρυνθεί από την 1η Ιανουαρίου από 500 εκατοµµύρια έως και 1 δισεκατοµµύριο ευρώ - ανάλογα µε τη διαµόρφωση της τιµής του τόνου - αφού θα πρέπει να πληρώνει το σύνολο των δικαιωµάτων εκποµπών ρύπανσης, µια και εκπέµπει, ετησίως, περίπου, 50 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα.
Αυτό σηµαίνει ότι το κόστος της ρύπανσης, ή έστω το µεγαλύτερο µέρος, θα µετακυλιστεί στους καταναλωτές εκτινάσσοντας για µια ακόµα φορά τους οικογενειακούς προϋπολογισµούς. Και αυτό θα συµβεί γιατί η ∆ΕΗ επιµένει στην κυριαρχία των ορυκτών καυσίµων, τα οποία η εκάστοτε κυβέρνηση επίσης επιµένει να επιδοτεί πλουσιοπάροχα.
Εµπόριο ρύπων
Σκοπός του κοινοτικού Συστήµατος Εµπορίας ∆ικαιωµάτων Εκποµπών (ΣΕ∆Ε) είναι να βοηθήσει τα κράτη-µέλη της Ε. Ε. να τηρήσουν τις δεσµεύσεις που έχουν αναλάβει και να µειώσουν τις εκποµπές αερίων του θερµοκηπίου.
Το σύστηµα θέτει, δηλαδή, ανώτατο όριο για τις συνολικές επιτρεπόµενες εκποµπές, αλλά, εντός του ορίου αυτού, επιτρέπει την αγορά ή την πώληση δικαιωµάτων. Για παράδειγµα, οι επιχειρήσεις που διατηρούν τις εκποµπές ρύπων σε επίπεδα χαµηλότερα των δικαιωµάτων τους, µπορούν να πουλήσουν τα δικαιώµατα που τους περισσεύουν.
Αντίστοιχα, όσες δυσκολεύονται να ευθυγραµµίσουν τις εκποµπές µε τα δικαιώµατά τους, µπορούν να επιλέξουν είτε να λάβουν µέτρα για τη µείωση των εκποµπών τους επενδύοντας σε αποδοτικότερες τεχνολογίες είτε να αγοράσουν τα πρόσθετα δικαιώµατα που χρειάζονται από την αγορά. Οι εταιρείες ηλεκτροπαραγωγής, όµως, όπως είναι η ∆ΕΗ, είχαν από το 2003 που τέθηκε σε εφαρµογή ο µηχανισµός, διάστηµα προσαρµογής κατά το οποίο λάµβαναν δωρεάν τα επιπλέον δικαιώµατα για τους ρύπους που εξέπεµπαν.
Το διάστηµα προσαρµογής τελειώνει την 1η Ιανουαρίου και η ∆ΕΗ, όπως και όλες οι άλλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ηλεκτροπαραγωγής, θα πρέπει να πληρώνει όσο εκπέµπει πάνω από τα όρια που έχουν τεθεί. Η δωρεάν µέχρι σήµερα διάθεση των δικαιωµάτων στη ∆ΕΗ είχε αποτέλεσµα η εταιρεία να επαναπαυτεί, να αδρανήσει και να µην προχωρήσει στα αναγκαία µέτρα προσαρµογής.
Όπως επισήµανε ο ∆ηµήτρης Ιµπραήµ, συντονιστής εκστρατειών του ελληνικού γραφείου της Greenpeace, «η εξέλιξη αυτή ήταν γνωστή τόσο στη ∆ΕΗ όσο και στις εκάστοτε κυβερνήσεις εδώ και πολλά χρόνια. Ωστόσο ο βαθµός ετοιµότητας της χώρας απέναντι σε µία τέτοια πρόκληση κρίνεται επιεικώς χαµηλός. Η ∆ΕΗ, µε τον γερασµένο στόλο της, καλείται να πληρώσει το τίµηµα για την εµµονή της στο πιο φτωχό ορυκτό καύσιµο του πλανήτη και τη διαχρονική της αδιαφορία απέναντι στις ανανεώσιµες πηγές ενέργειας και την εξοικονόµηση ενέργειας».
Για να καταλάβουµε το µέγεθος της αδράνειας της ∆ΕΗ, το οποίο τώρα θα κληθούν να πληρώσουν οι καταναλωτές, όπως υπογραµµίζει ο ∆ηµήτρης Ιµπραήµ, «από την Οδηγία (2003) για την πρώτη φάση του συστήματος εμπορίας ρύπων (2005-2007) μέχρι σήμερα η ΔΕΗ έχει μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από ελάχιστα έως καθόλου».
Ο λογαριασμός στον συνήθη ύποπτο τον καταναλωτή..
Το σωτήριο έτος 2013, και µάλιστα από την πρώτη του µέρα, την 1η Ιανουαρίου, θα είναι συνώνυµο και µε τον «εκτροχιασµό» στο κόστος του ρεύµατος, ή καλύτερα του λεγόµενου βρόµικου ρεύµατος, αφού η περίοδος χάριτος τελειώνει και µπαίνει σε εφαρµογή ο νέος αυστηρότερος µηχανισµός εµπορίας ρύπων (ETS).
Για τη χώρα µας αυτό σηµαίνει αυξηµένο κόστος για τον καταναλωτή και για τον βιοµηχανικό τοµέα, κυρίως, γιατί εδώ και χρόνια τόσο οι κυβερνήσεις όσο και οι διοικήσεις της ∆ΕΗ λειτουργούν στηριζόµενες στην αρχή της αδράνειας, θεωρώντας ότι τα σημαντικά αυτά ζητήµατα θα λυθούν, ειδικά για τη χώρα µας, από έναν από µηχανής Θεό.
Για να το κάνουµε λιανά, γράφει η Ηρώ Γλάρου στο Ποντίκι, η ∆ΕΗ θα επιβαρυνθεί από την 1η Ιανουαρίου από 500 εκατοµµύρια έως και 1 δισεκατοµµύριο ευρώ - ανάλογα µε τη διαµόρφωση της τιµής του τόνου - αφού θα πρέπει να πληρώνει το σύνολο των δικαιωµάτων εκποµπών ρύπανσης, µια και εκπέµπει, ετησίως, περίπου, 50 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα.
Αυτό σηµαίνει ότι το κόστος της ρύπανσης, ή έστω το µεγαλύτερο µέρος, θα µετακυλιστεί στους καταναλωτές εκτινάσσοντας για µια ακόµα φορά τους οικογενειακούς προϋπολογισµούς. Και αυτό θα συµβεί γιατί η ∆ΕΗ επιµένει στην κυριαρχία των ορυκτών καυσίµων, τα οποία η εκάστοτε κυβέρνηση επίσης επιµένει να επιδοτεί πλουσιοπάροχα.
Εµπόριο ρύπων
Σκοπός του κοινοτικού Συστήµατος Εµπορίας ∆ικαιωµάτων Εκποµπών (ΣΕ∆Ε) είναι να βοηθήσει τα κράτη-µέλη της Ε. Ε. να τηρήσουν τις δεσµεύσεις που έχουν αναλάβει και να µειώσουν τις εκποµπές αερίων του θερµοκηπίου.
Το σύστηµα θέτει, δηλαδή, ανώτατο όριο για τις συνολικές επιτρεπόµενες εκποµπές, αλλά, εντός του ορίου αυτού, επιτρέπει την αγορά ή την πώληση δικαιωµάτων. Για παράδειγµα, οι επιχειρήσεις που διατηρούν τις εκποµπές ρύπων σε επίπεδα χαµηλότερα των δικαιωµάτων τους, µπορούν να πουλήσουν τα δικαιώµατα που τους περισσεύουν.
Αντίστοιχα, όσες δυσκολεύονται να ευθυγραµµίσουν τις εκποµπές µε τα δικαιώµατά τους, µπορούν να επιλέξουν είτε να λάβουν µέτρα για τη µείωση των εκποµπών τους επενδύοντας σε αποδοτικότερες τεχνολογίες είτε να αγοράσουν τα πρόσθετα δικαιώµατα που χρειάζονται από την αγορά. Οι εταιρείες ηλεκτροπαραγωγής, όµως, όπως είναι η ∆ΕΗ, είχαν από το 2003 που τέθηκε σε εφαρµογή ο µηχανισµός, διάστηµα προσαρµογής κατά το οποίο λάµβαναν δωρεάν τα επιπλέον δικαιώµατα για τους ρύπους που εξέπεµπαν.
Το διάστηµα προσαρµογής τελειώνει την 1η Ιανουαρίου και η ∆ΕΗ, όπως και όλες οι άλλες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ηλεκτροπαραγωγής, θα πρέπει να πληρώνει όσο εκπέµπει πάνω από τα όρια που έχουν τεθεί. Η δωρεάν µέχρι σήµερα διάθεση των δικαιωµάτων στη ∆ΕΗ είχε αποτέλεσµα η εταιρεία να επαναπαυτεί, να αδρανήσει και να µην προχωρήσει στα αναγκαία µέτρα προσαρµογής.
Όπως επισήµανε ο ∆ηµήτρης Ιµπραήµ, συντονιστής εκστρατειών του ελληνικού γραφείου της Greenpeace, «η εξέλιξη αυτή ήταν γνωστή τόσο στη ∆ΕΗ όσο και στις εκάστοτε κυβερνήσεις εδώ και πολλά χρόνια. Ωστόσο ο βαθµός ετοιµότητας της χώρας απέναντι σε µία τέτοια πρόκληση κρίνεται επιεικώς χαµηλός. Η ∆ΕΗ, µε τον γερασµένο στόλο της, καλείται να πληρώσει το τίµηµα για την εµµονή της στο πιο φτωχό ορυκτό καύσιµο του πλανήτη και τη διαχρονική της αδιαφορία απέναντι στις ανανεώσιµες πηγές ενέργειας και την εξοικονόµηση ενέργειας».
Για να καταλάβουµε το µέγεθος της αδράνειας της ∆ΕΗ, το οποίο τώρα θα κληθούν να πληρώσουν οι καταναλωτές, όπως υπογραµµίζει ο ∆ηµήτρης Ιµπραήµ, «από την Οδηγία (2003) για την πρώτη φάση του συστήματος εμπορίας ρύπων (2005-2007) μέχρι σήμερα η ΔΕΗ έχει μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από ελάχιστα έως καθόλου».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου