Χθες αργά το βράδυ παρακολούθησα από τηλοψίας τον ορισμό της δουλικότητας.
Της υποταγής.
Του γλειψίματος.
Κάποιο εν ονόματι Διαμαντόπουλο Πανεπιστημιακό
-που στο λήμμα γλείφτης θα έχει την φωτογραφία του-
να συνεντευξιάζεται από το καθεστωτικό γιουσουφάκι του ΔΟΛ Πρετεντέρη με τα σιχαμερά σάλια και των δύο για την εξουσία, να τρέχουν αργά επί της οθόνης, όπως το μαύρο λάδι της ψυχής τους από τα λόγια τους για τον λαό που αντιστέκεται.
Αυλοκόλακες ο ένας του άλλου και οι δύο μαζί των ΝΑΖΙ τοκογλύφων, επιχειρούσαν αγχωμένοι να πείσουν την κοινωνία, πως το μεσοπρόθεσμο δεν είναι ένα αγγούρι δια του οποίου οι τροϊκανοί θα ασελγήσουν παρά φύση επί του λαού,
αλλά είναι ευλογία-κάτι σαν μέλι εξ ουρανού-
που θα στάξει την γλύκα της αναπτυξιακής ελπίδας στην ψυχή μας.
Μετακατοχικά πολύ γεννημένος αγνοούσα να ιχνογραφήσω την μάπα ενός μαυραγορίτη επειδή δεν μπορούσα να τον φανταστώ κατ’ όψιν.
Από χθες ξέρω.
Ξέρω πως είναι στην σύγχρονή του εκδοχή. Δια της μεγαλοπρέπειας μιας τηβέννου ενδεδυμένος έχοντας απαλλαγεί της μομφής από την κουκούλα. Κάπως σαν τον Διαμαντόπουλο της Παντείου σχολής που αποφοίτησα εγώ ή του Παντείου Πανεπιστημίου σήμερα.
(στα χρόνια μου θα είχε ζητήσει έντρομος μετάθεση για το άπειρο).
Επιτέλους. Είδα τον εκσυγχρονισμένο μαυραγορίτη του μαύρου προσπορισμού κοινοτικών προγραμμάτων έρευνας επί του τίποτα. Τον λακέ του κατακτητή. Την δούλα ενός Σημίτη. Τον εθνομηδενιστή του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Και τον άκουσα. Τον άκουσα να υπεραμύνεται του φονικού όπλου δια του οποίου θα αφανιστεί όλος ο λαός και που μόλις χθες αργά το βράδυ ανάρτησα πρώτος απ’ όλους εγώ για του λόγου το αληθές.
Τον άκουσα να ακίζεται με την καμαριέρα του ΔΟΛ παρέχοντας του την ευκαιρία να υποθέσει πως αφού αμφισβητείται ένθεν κακείθεν (μνημονιακούς αντιμνημονιακούς) «πάει να πει πως είναι σωστός στην δουλεία του». Γιατί περί δουλείας πρόκειται.
Δεν ανέμενα να ικανοποιήσω και τις άλλες μου αισθήσεις (έτσι κι αλλιώς μόνο προς τις δύο απευθύνεται η τηλοψία) για να τους σιχαθώ και να κλείσω την πουτάνα την μαύρη κούτα.
Φαντάστηκα ωστόσο το αίσθημά τους. Την δυσωδία της εκπνοής ενός βασιβουζούκου, την στρυχνίνη της γεύσης του και το αγκάθι της αφής του. Τον αποτύπωσα ωστόσο ανεξίτηλα στην μνήμη μου. Επειδή η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη και θέλω να τους ξέρω. Έναν προς έναν. Κι επειδή όλο το πολιτικό του σόι κόπια του θα είναι..
Της υποταγής.
![]() | ||||||||||
| Προσοχή. Πανηγυρίζει το πτυχίο του. Δεν μας απειλεί |
Κάποιο εν ονόματι Διαμαντόπουλο Πανεπιστημιακό
-που στο λήμμα γλείφτης θα έχει την φωτογραφία του-
να συνεντευξιάζεται από το καθεστωτικό γιουσουφάκι του ΔΟΛ Πρετεντέρη με τα σιχαμερά σάλια και των δύο για την εξουσία, να τρέχουν αργά επί της οθόνης, όπως το μαύρο λάδι της ψυχής τους από τα λόγια τους για τον λαό που αντιστέκεται.
Αυλοκόλακες ο ένας του άλλου και οι δύο μαζί των ΝΑΖΙ τοκογλύφων, επιχειρούσαν αγχωμένοι να πείσουν την κοινωνία, πως το μεσοπρόθεσμο δεν είναι ένα αγγούρι δια του οποίου οι τροϊκανοί θα ασελγήσουν παρά φύση επί του λαού,
αλλά είναι ευλογία-κάτι σαν μέλι εξ ουρανού-
που θα στάξει την γλύκα της αναπτυξιακής ελπίδας στην ψυχή μας.
Μετακατοχικά πολύ γεννημένος αγνοούσα να ιχνογραφήσω την μάπα ενός μαυραγορίτη επειδή δεν μπορούσα να τον φανταστώ κατ’ όψιν.
Από χθες ξέρω.
Ξέρω πως είναι στην σύγχρονή του εκδοχή. Δια της μεγαλοπρέπειας μιας τηβέννου ενδεδυμένος έχοντας απαλλαγεί της μομφής από την κουκούλα. Κάπως σαν τον Διαμαντόπουλο της Παντείου σχολής που αποφοίτησα εγώ ή του Παντείου Πανεπιστημίου σήμερα.
(στα χρόνια μου θα είχε ζητήσει έντρομος μετάθεση για το άπειρο).
Επιτέλους. Είδα τον εκσυγχρονισμένο μαυραγορίτη του μαύρου προσπορισμού κοινοτικών προγραμμάτων έρευνας επί του τίποτα. Τον λακέ του κατακτητή. Την δούλα ενός Σημίτη. Τον εθνομηδενιστή του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού.
Και τον άκουσα. Τον άκουσα να υπεραμύνεται του φονικού όπλου δια του οποίου θα αφανιστεί όλος ο λαός και που μόλις χθες αργά το βράδυ ανάρτησα πρώτος απ’ όλους εγώ για του λόγου το αληθές.
Τον άκουσα να ακίζεται με την καμαριέρα του ΔΟΛ παρέχοντας του την ευκαιρία να υποθέσει πως αφού αμφισβητείται ένθεν κακείθεν (μνημονιακούς αντιμνημονιακούς) «πάει να πει πως είναι σωστός στην δουλεία του». Γιατί περί δουλείας πρόκειται.
Δεν ανέμενα να ικανοποιήσω και τις άλλες μου αισθήσεις (έτσι κι αλλιώς μόνο προς τις δύο απευθύνεται η τηλοψία) για να τους σιχαθώ και να κλείσω την πουτάνα την μαύρη κούτα.
Φαντάστηκα ωστόσο το αίσθημά τους. Την δυσωδία της εκπνοής ενός βασιβουζούκου, την στρυχνίνη της γεύσης του και το αγκάθι της αφής του. Τον αποτύπωσα ωστόσο ανεξίτηλα στην μνήμη μου. Επειδή η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη και θέλω να τους ξέρω. Έναν προς έναν. Κι επειδή όλο το πολιτικό του σόι κόπια του θα είναι..

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου